Στην ομάδα των προσφυγόπουλων από Ελλάδα στην Δρέσδη της ΛΔΓ το 1952

Στις 21/5/2026 έφυγε από κοντά μας και με όρθιο το κεφάλι, όπως έζησε μια ολόκληρη ζωή, ο Κώστας Κεσκίνης. Γεννημένος το 1936 στους Χιονάδες Έβρου. Παιδί αγωνιστών του ΕΛΑΣ και μαχητών του ΔΣΕ σώθηκε, όπως και χιλιάδες παιδιά αγωνιστών τον καιρό του Εμφυλίου Πολέμου, έπειτα από απόφαση της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης (Μάρτης 1948) από τα χέρια της βασίλισσας Φρειδερίκης και βρέθηκε στην πολιτική προσφυγιά. Τις δυσκολίες και τα βάσανα της οικογένειάς του και των δημοκρατικών και ΕΑΜικών συγχωριανών του τον καιρό του Εμφυλίου αλλά και τις αναμνήσεις του στις φιλόξενες Λαϊκές Δημοκρατίες τις έχει καταγράψει στο βιβλίο που εκδόθηκε το 2022 από την Κόκκινη Βιβλιοθήκη.

Οι παιδικές ψυχές αυτών των ανθρώπων τραυματίστηκαν ανεπανόρθωτα από την επιλογή των αγγλοαμερικάνων και των ντόπιων υπηκόων τους να επιβάλλουν την αδερφοκτόνα αιματοχυσία και να σπείρουν τον όλεθρο στη χώρα, εμποδίζοντας τη λαϊκή αναγέννηση και την λαϊκοδημοκρατική προοπτική για τον τόπο, με μόνο κερδισμένο τον μοναρχοφασισμό και τους Αμερικάνους ιμπεριαλιστές.

Ο Κώστας Κ. μαζί με χιλιάδες παιδιά που μεγάλωσαν στις Λαϊκές Δημοκρατίες επαναπατρίστηκε με την οικογένειά του το 1978, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα σε ένα μικρό σπιτάκι στον Κορυδαλλό και έπειτα στο Περιστέρι και γνώρισε από πρώτο χέρι τι σημαίνει να ζεις και να δουλεύεις ως μεταλλεργάτης στον ελληνικό καπιταλισμό, τι σημαίνει ταξική εκμετάλλευση, εντατικοποίηση, κλεψιά στους μισθούς και τα ένσημα, εργοδοτική αυθαιρεσία. Όμως πάλεψε παλικαρίσια για να σταθεί στα πόδια του και να μεγαλώσει την οικογένειά του. Πάλεψε με τη στάση ζωής του, και με οδηγό του πάντοτε τα σοσιαλιστικά ιδανικά, την δήθεν καπιταλιστική ανωτερότητα και την βαθιά ιμπεριαλιστική εξάρτηση που μας έχουν επιβάλλει ως τις μέρες μας.

Ο Κώστας Κ. χωρίς μεγάλα λόγια στη ζωή του, πάντα όμως με έργα, αποδείκνυε ότι ο διεθνισμός, η αλληλεγγύη, η ευγένεια, το μοίρασμα, η συλλογικότητα, το «εμείς και ποτέ το εγώ», ο σεβασμός, ο ανθρωπισμός, η μόρφωση πρέπει διαρκώς να κατακτιούνται και να παλεύουμε πάντα για το ανώτερο, το καλύτερο, το δικαιότερο, το ανθρωπινότερο.

Όσοι και όσες τον γνώρισαν στην πορεία της ζωής του μπορούμε με το χέρι στην καρδιά να πούμε ότι τον αγάπησαν και τον ξεχώρισαν σαν έναν πραγματικό κομμουνιστή εργάτη, οραματιστή που ποτέ δεν αναθεώρησε τις βασικές μαρξιστικές αρχές που πρέπει να καθοδηγούν την εργατική τάξη. Ένας άνθρωπος που με τη δύναμη των χεριών του και τον τίμιο ιδρώτα του αγωνίστηκε για να ζήσει με αξιοπρέπεια χωρίς να χαριστεί στον ταξικό εχθρό και τα κελεύσματά του.  

Για μας ο Κωνσταντής, όπως τον έλεγαν οι δικοί του άνθρωποι, θα μείνει στις καρδιές μας σαν ένας πρωτοπόρος άνθρωπος, υπηρέτης ανώτερων ιδανικών, που χαμογελαστός κοιτούσε τη ζωή κατάματα και βούρκωνε όταν το ράδιο έπαιζε το «γερακίνας γιός»: Μα εγώ δε ζω γονατιστός, είμαι της γερακίνας γιος.  Τι κι αν μ’ ανοίγουνε πληγές εγώ αντέχω τις φωτιές…

Αντίο Κωσταντή, αντίο συνάδελφε, αντίο σύντροφε, αντίο παππού…