
Σαν ρίζα απλώνομαι και βυθίζομαι στα χώματα που ανήκω. Τους ελαιώνες τριγύρω αγκαλιάζω να μείνουν αιώνες όπως γραφτό τους είναι.
Χώμα έγινα στον τάφο των παιδιών μου και χώμα ανάσανα όταν γκρέμισαν το σπίτι μου.
Το πρόσωπό μου φοβούνται να αντικρίσουν τ’ απέραντα του κόσμου.
Αν είδες τον κορμό ενός δέντρου όμως μου μοιάζει. Σκαμμένος, ρυτιδιασμένος, μα με χίλιες πράξεις και νοήματα αν τελικά τολμήσεις να κοιτάξεις.
Τα χέρια μου έμαθαν να κρατούν σφιχτά χωρίς ν’ ανοίγουν από καμία δύναμη.
Και κρατούν τους Μάρτυρες, τα σάβανα, τις σημαίες, τα όπλα, τη γη. Σφιχτά.
Αν έψαχνες σμιλεμένα πρόσωπα γύρεψέ τα άλλου.
Όταν με δεις και ρωτήσεις το όνομά μου θα στο πουν: Πατρίδα.
Α.