Το βιβλίο «Οι Παλαιστίνιοι: από αγρότες επαναστάτες»* της ερευνήτριας και δημοσιογράφου Rosemary Sayigh (πρώτη έκδοση 1979) διατρέχει την ιστορία της Παλαιστίνης μέχρι το ξεκίνημα της παλαιστινιακής αντίστασης. Ξεκινάει με την περιγραφή της δομής και της οργάνωσης της παλαιστινιακής κοινωνίας κατά τη διάρκεια της οθωμανικής και αγγλικής διακυβέρνησης, ως κατεξοχήν αγροτικής, συνεχίζει με τις αλλαγές που άρχισαν να γίνονται στο σύστημα ιδιοκτησίας της γης, με τη σταδιακή αύξηση της μετανάστευσης εβραϊκού πληθυσμού μέσω του σιωνιστικού προγράμματος και τις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν.

Στη συνέχεια αναφέρεται στην επίθεση των σιωνιστών και την «καταστροφή» του 1948 (Νάκμπα), το δρόμο της προσφυγιάς που ακολούθησαν χιλιάδες Παλαιστίνιοι/ες, τη ζωή και τις αντιξοότητες τα πρώτα χρόνια στα στρατόπεδα προσφύγων, την ελπίδα και την «αναγέννηση» ενός ολόκληρου έθνους με την ίδρυση της Ο.Α.Π. (Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης) το 1964 και τα πρώτα βήματα της ένοπλης αντίστασης από το 1967 και μετά. Το βιβλίο και η έρευνα που κάνει η συγγραφέας βασίζεται πάνω σε μαρτυρίες απλών ανθρώπων που ζουν στα στρατόπεδα προσφύγων του Λιβάνου (πρώην αγρότες στη μεγάλη τους πλειοψηφία), και αφηγούνται τα γεγονότα όπως τα βίωσαν οι ίδιοι, και τον υλικό αντίκτυπο που είχε στη ζωή τους ο ξεριζωμός τους, δίνοντας στο βιβλίο πέρα από ιστορικό και κοινωνιολογικό ενδιαφέρον. Όπως γράφει και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου «δεν είναι επίσημη ιστορία, είναι λαϊκή ιστορία».

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου φαίνεται ξεκάθαρα η σύνδεση και η ταύτιση που υπήρχε ανάμεσα στον παλαιστίνιο αγρότη, τη γη του και το χωριό του. Το χωριό ήταν η καρδιά της παλαιστινιακής κοινωνίας το οποίο ήταν μια «οικογένεια από οικογένειες», με ισχυρό συνεκτικό δεσμό ο οποίος διατηρήθηκε αργότερα και στα στρατόπεδα προσφύγων. Επίσης το παλαιστινιακό χωριό, λόγω της ανυπαρξίας ενός συμπαγές κρατικού μηχανισμού ήταν σημαντική διοικητική και οικονομική μονάδα, εξυπηρετώντας πολλαπλούς ρόλους στοχεύοντας πάντα στην αυτάρκειά του.

Το βιβλίο είναι γεμάτο με αφηγήσεις πρώην χωρικών που περιγράφουν τη φτωχική αλλά αξιοπρεπή ζωή που είχαν, τα ήθη και έθιμα τους, τον κοινοτικό τρόπο ζωής και κατανομής της γης και την αλληλεγγύη ανάμεσα στους χωρικούς και ανάμεσα στα μέλη κάθε οικογένειας. Εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς πως αυτή η σύνδεση των παλαιστίνιων με τη γη τους μέχρι και σήμερα, και η επίμονη άρνηση να ξεριζωθούν από εκεί παρ’ όλες τις βαναυσότητες που αντιμετωπίζουν, έχει βαθιά ιστορική αλλά και υλική προέλευση. Στη συνέχεια αρχίζουν να φαίνονται οι αλλαγές που άρχισαν να προκαλούνται πάνω στην ιδιοκτησία της γης με την οργανωμένη μετανάστευση και αγορά γης από τους σιωνιστές αλλά και το μποϋκοτάζ στην αραβική εργασία που επέβαλλαν στα χωράφια τους, γεγονός που άρχισε να προκαλεί τις πρώτες ταραχές στην περιοχή. Με την πάροδο του χρόνου, αυτή η αγορά γης από τους σιωνιστές πήρε ακόμα περισσότερο πολιτικά χαρακτηριστικά και διείσδυσε ακόμα και σε περιοχές με καθόλου εβραϊκό πληθυσμό με σκοπό τη στρατηγική ενδυνάμωση του σιωνιστικού κινήματος. Σε αντίθεση με την οργάνωση του σιωνισμού η αδύναμη και υποτελής παλαιστινιακή άρχουσα τάξη, πλήρως εξαρτημένη από τη σχέση της και τα προνόμια που αντλούσε από τους Βρετανούς, στάθηκε ανίκανη να βάλει κάποιο φραγμό στην υφαρπαγή της παλαιστινιακής γης, και να οργανώσει την εθνική αντίσταση στον επερχόμενο πόλεμο. Ενώ παράλληλα, η βρετανική κατοχή λειτουργούσε ως προστατευτικός μανδύας του σιωνισμού μέχρι να μπορέσει ο ίδιος να ορθοποδήσει, τόσο με τη βοήθεια που παρείχε στις σιωνιστικές παραστρατιωτικές οργανώσεις, όσο και με την καταστολή της τρίχρονης παλαιστινιακής εξέγερσης 1936-1939.

Στο δεύτερο μέρος έχουμε τις ζωντανές αφηγήσεις των ανθρώπων που έζησαν τις δραματικές στιγμές της Νάκμπα. Οι σιωνιστές κινούμενοι βάση οργανωμένου σχεδίου και ανώτεροι σε στρατιωτικό υλικό και καθοδήγηση κατάφεραν να κατακτήσουν τα 3/4 της παλαιστινιακής γης. Οι αφηγήσεις δείχνουν τα εγκλήματα που πραγματοποίησαν με συνεχή τρομοκρατία, με βομβαρδισμούς χωριών, μαζικές εν ψυχρώ εκτελέσεις, βιασμούς γυναικών, ληστείες, πλιάτσικα κλπ και καταρρίπτουν όποιο σιωνιστικό αφήγημα μπορεί να υπάρξει ότι οι Παλαιστίνιοι άφησαν οικειοθελώς τη γη τους ή χωρίς να προβάλλουν αντίσταση. Χαρακτηριστικό των σιωνιστικών εγκλημάτων είναι το παρακάτω απόσπασμα βρετανού αξιωματούχου που ανέκρινε κοπέλες από την περιβόητη σφαγή του χωριού Ντέιρ Γιασίν (Απρίλης 1948): «Έκανα πολλές ερωτήσεις σε πολλές γυναίκες… για να τους αποσπάσω πληροφορίες γύρω από τις ακρότητες που διεπράχθησαν στο Ντέιρ Γιασίν, αλλά οι περισσότερες γυναίκες είναι πολύ φοβισμένες και απρόθυμες να αφηγηθούν τις εμπειρίες τους, ιδιαίτερα σε θέματα που αφορούν σεξουαλική βία… Πάντως δεν υπάρχει αμφιβολία πως διεπράχθησαν πολλές ακρότητες από τους επιτιθέμενους Εβραίους. Πολλές νεαρές μαθήτριες βιάσθηκαν και αργότερα σφαγιάσθηκαν..».

Περίπολος του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, 1969

Φαίνεται επίσης ο προδοτικός ρόλος των γειτονικών αραβικών καθεστώτων τα οποία σε άμεση εξάρτηση από τον δυτικό ιμπεριαλισμό και ενδιαφερόμενα αποκλειστικά για να αρπάξουν όποιο κομμάτι της διαμελισμένης Παλαιστίνης μπορούσαν για τον εαυτό τους, δεν έκαναν καμία σοβαρή προσπάθεια να την υπερασπιστούν, αφήνοντας την παλαιστινιακή αγροτιά να παλεύει μόνη της.

Τέλος, ο βαρύς δρόμος της προσφυγιάς μέσα στην πείνα και τη δίψα «πίνοντας νερό από τους νερόλακκους των ζώων» προκειμένου να επιβιώσουν. Αξίζει να αναφέρουμε ότι σε πολλές μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν την καταστροφή αναφέρεται συχνά το γεγονός ότι παρότι είχαν εκδιωχθεί με τη βία από τα χωριά τους, αυτοί συνέχισαν να παραμένουν σε κοντινά μέρη και να προσπαθούν να ξαναγυρίσουν, παρά τον κίνδυνο να πυροβοληθούν, αρνούμενοι να δεχθούν ότι θα αποκοπούν από τη γη τους, ενώ πολλοί άλλοι πίστευαν ότι αυτή η «έξωση» είναι μια προσωρινή κατάσταση, καθώς τους ήταν αδιανόητο ότι δεν θα ξαναγυρίσουν στη γη που έμεναν και καλλιεργούσαν γενιά προς γενιά.

Στο τρίτο μέρος παρουσιάζονται οι συνέπειες της απώλειας της Παλαιστίνης και η δημογραφία της διασποράς τους. «Μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες ξεπέσαμε από την αξιοπρέπεια στην ταπείνωση». Αυτή η φράση ενός παλαιστίνιου αποτυπώνει τη ζωή τον πρώτο καιρό στα στρατόπεδα προσφύγων στις γειτονικές αραβικές χώρες (Λίβανος, Συρία, Ιορδανία). Τις κακουχίες και τη δυσκολία προσαρμογής στη νέα κατάσταση, τις διαφορές στην αντιμετώπιση που είχαν σε κάθε χώρα, την αοριστία στην οποία βρίσκονταν καθώς δεν ήταν ούτε ντόπιοι, αλλά ούτε και αλλοδαποί και τη δυνητική απειλή που συνιστούσαν για την σταθερότητα των αραβικών κρατών. Οι μαρτυρίες πάλι είναι συγκλονιστικές: «..ντρέπεται να πει πως είχαμε ψείρες και ντρέπεται να πει πως περιμέναμε να έρθει μια ηλιόλουστη μέρα για να τις ξεφορτωθούμε. Ζούσαμε σαν τα ζώα».

Αυτό που αποτυπώνεται όμως στο σύνολο των προσφύγων είναι η πίστη που έχουν ότι η κατάσταση αυτή θα είναι προσωρινή και κάποια στιγμή θα επιστρέψουν στην Παλαιστίνη. Η οικονομική εξαθλίωση στην οποία βρίσκονταν τροφοδότησαν τις αραβικές οικονομίες με ένα φτηνό ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό (η μεγάλη πλειοψηφία ήταν πρώην αγρότες και τώρα είχαν αποκοπεί από τη γη) σε εργοστάσια, κατασκευές κλπ. Αν και αποτελούσαν τον πάτο της ταξικής πυραμίδας, οι ίδιοι σε μεγάλο βαθμό είχαν την αίσθηση πως η καταπίεση που υφίστανται ήταν σε πρώτο λόγο εθνική, λόγω δυσκολίας στην απόκτηση αδειών εργασίας και αποκλεισμού από την κοινωνική ασφάλιση, παρά ταξική. Στη συνέχεια το βιβλίο επικεντρώνοντας στα στρατόπεδα προσφύγων του Λιβάνου δείχνει πως η απώλεια σεβασμού και η υποτίμηση που δέχονταν οδήγησε σιγά – σιγά στην πάλη για την επιστροφή, και την αρχή της πολιτικοποίησης των προσφύγων, αλλά και πως τα αραβικά καθεστώτα κατέστειλαν τα πρώτα βήματα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.

Στο τέταρτο μέρος περιγράφεται πως ο πόλεμος του 1967 και η ταπεινωτική ήττα των αραβικών κρατών αποτέλεσε σημείο καμπής και ριζοσπαστικοποίησε την παλαιστινιακή αντίσταση καθώς έδειξε ότι η ανεξάρτητη παλαιστινιακή δράση ήταν απαραίτητη. Παρά την καταπίεση των λιβανικών αρχών δεν κατάφεραν να κάμψουν το αντιστασιακό κίνημα που πήρε εξαρχής ένοπλο χαρακτήρα. Διαβάζουμε πληροφορίες για τη δράση των πρώτων ομάδων Φενταγίν στο νότιο Λίβανο, και τη σύγκρουσή τους με το καθεστώς του Λιβάνου. Την επανάσταση στα στρατόπεδα των προσφύγων, τα οποία πολιορκούνται κανονικά από το λιβανέζικο στρατό. Για την αλληλεγγύη μεταξύ των παλαιστινίων και των φτωχών λιβανέζικων μαζών που οδήγησε το καθεστώς σε κρίση και είχε ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση των στρατοπέδων από τη σκληρή καταπίεση των λιβανικών αρχών.

«Θα νικήσουμε» (Ismail Shammout, 1970)

Παραθέτουμε την παρακάτω μαρτυρία: «Θυμάμαι έγινε μια διαδήλωση στο Μπουρτζ Αμπού-ΧαΪνταρ, ένα λιβανέζικο προάστιο… οι άοπλοι διαδηλωτές μπήκαν στο αστυνομικό τμήμα πήραν τα όπλα των αστυνομικών και τα έστειλαν στη Σάμπρα. Δύο άλλα τμήματα στη Βηρυτό δέχθηκαν επίθεση από τις μάζες και τα όπλα τους κυριεύθηκαν».

Τέλος, βλέπουμε τον αντίκτυπο της επανάστασης στην καθημερινή ζωή των στρατοπέδων αλλά και στο πνεύμα και την πολιτική συνείδηση των φτωχών παλαιστινιακών μαζών. «Ο κύκλος του φόβου είχε σπάσει, και τώρα υπήρχε οργασμός δραστηριότητας στα στρατόπεδα… Νιώθαμε πως είχαμε ξαναποκτήσει την ταυτότητα μας, όχι μόνο ως Παλαιστίνιοι, αλλά και ως ανθρώπινα όντα». Η μιζέρια και η καρτερικότητα έδωσαν τη θέση τους σε μια ψυχική ανάταση και διάθεση για αγώνα. «Είμαι περήφανη που είμαι Παλαιστίνια…γιατί αισθάνομαι πως αγωνίζομαι για ένα σκοπό που θα κλονίσει τον ιμπεριαλισμό στη Μέση Ανατολή και σε ολόκληρο τον κόσμο».                                                                                                     

Παράλληλα, μια νέα γενιά Παλαιστινίων προσφύγων που μεγάλωσαν στη προσφυγιά και πολιτικοποιήθηκαν στα γεγονότα της επανάστασης αρχίζουν να αναπτύσσουν νέες συνήθειες και αντιλήψεις και να κλονίζουν τα παλιά πατριαρχικά ήθη, κατάλοιπα της αγροτικής ζωής των γονιών και των παππούδων τους.

Το βιβλίο καταδεικνύει ότι οι Παλαιστίνιοι έχουν  βαθιές ρίζες στην Παλαιστίνη, μια γη που την καλλιεργούσαν με υπομονή και επιμονή. Σπάει επίσης την αφήγηση ότι η Παλαιστίνη ήταν μια άδεια περιοχή χωρίς μόνιμους κατοίκους ή ότι ο πόλεμος του 1948 και η Νάκμπα προκλήθηκε από την επιθετικότητα και των δύο πλευρών. Φαίνεται καθαρά ο ρόλος του Ισραήλ ως μια αποικιακή κοινωνία και φωτίζονται τα κίνητρα, τα αίτια και το δίκιο της παλαιστινιακής ένοπλης αντίστασης η οποία φτάνει ως τις μέρες μας. Αξίζει να διαβαστεί από τον καθένα και την καθεμία που ενδιαφέρεται να μελετήσει την ιστορία και την προέλευση του «παλαιστινιακού ζητήματος». Τα λόγια μιας 17χρονης μαθήτριας από ένα στρατόπεδο προσφύγων του Λιβάνου εκφράζουν όλα τα παραπάνω:

«Κάποτε στο σπίτι μας η συζήτηση γύρισε στα περασμένα και στο πως ζούσαν άλλοτε. Και καθώς μιλούσαν, έκλαιγαν, γιατί ήταν προσηλωμένοι στη χώρα τους… εκείνο που με συγκίνησε πιο πολύ απ όλα ήταν το κλάμα τους, γιατί κατάλαβα πόσο αγαπούσαν τη γη τους».

Π.

* Το βιβλίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Άλμπατρος το 1981 σε μετάφραση του Δημοσθένη Κούρτοβικ και με εισαγωγή του Νόαμ Τσόμσκι.