
Ο Γασάν Καναφάνι ηταν Παλαιστίνιος συγγραφέας, ποιητής, δημοσιογράφος και ηγετικό στέλεχος του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PFLP).
Δολοφονήθηκε από την Μοσάντ μαζί με την 17χρονη ανηψιά του, την Λαμίς Νατζίμ, στις 8/7/1972 στην Βηρυτό σε ηλικία 36 ετών. Η Μοσάντ είχε τοποθετήσει βόμβα στον προφυλακτήρα του αυτοκινήτου του.
Ο Γασάν Καναφάνι παραμένει μέχρι και σήμερα σημείο αναφοράς για την παλαιστινιακή λογοτεχνία.
Το παρακάτω διήγημα, Ειδήσεις από τη Ramleh, το βρίσκουμε μεταφρασμένο στη συλλογή διηγημάτων Παιδιά της Παλαιστίνης των εκδόσεων του Δαίμονα του Τυπογραφείου.
***
Ειδήσεις από τη Ramleh
Δύο μονάδες εβραίων στρατιωτών μάς σταμάτησαν στην άκρη του δρόμου που οδηγεί από τη Ramleh στη Jerusalem. Μας διέταξαν να σηκώσουμε τα χέρια μας στον αέρα και να τα ενώσουμε. Όταν ένας στρατιώτης πρόσεξε πως η μητέρα μου ήθελε να με βάλει μπροστά της ώστε η σκιά της να με προστατεύει από τον ήλιο του Ιούλη, με τράβηξε άγρια από τα χέρια της και με διέταξε να σταθώ στο ένα πόδι, με τα χέρια μου σταυρωμένα πάνω από το κεφάλι μου, στη μέση του σκονισμένου δρόμου. Ήμουν εννιά χρονών τότε. Μόλις πριν από τέσσερις ώρες είχα δει τους εβραίους στρατιώτες να μπαίνουν στη Ramleh. Τώρα, καθώς στεκόμουν στη μέση ενός σταχτο-γκρίζου δρόμου, έβλεπα τους εβραίους να τσεκάρουν τα κοσμήματα που φορούσαν οι ηλικιωμένες γυναίκες και τα νεαρά κορίτσια, κι ύστερα να τους τα αρπάζουν με κτηνωδία.
Οι μαυρισμένες από τον ήλιο νεοσύλλεκτες άρχισαν κι αυτές να κάνουν το ίδιο, με ακόμα μεγαλύτερο ενθουσιασμό. Είδα επίσης τη μητέρα μου να κοιτάζει προς εμένα, κλαίγοντας σιωπηλά, κι ήθελα εκείνη τη στιγμή να μπορούσα να της πω, με έναν τρόπο που θα καταλάβαινε, ότι ήμουν εντάξει, πως ο ήλιος δεν με ενοχλούσε. Ήμουν ένας από αυτούς που της είχαν απομείνει. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει ένα χρόνο πριν την έναρξη αυτών των γεγονότων. Τον μεγαλύτερο αδελφό μου τον πήραν όταν μπήκαν πρώτη φορά στη Ramleh. Δεν ήξερα πραγματικά τι σήμαιναν για τη μητέρα μου, αλλά μπορώ τώρα να φανταστώ τι θα συνέβαινε αν δεν ήμουν μαζί της όταν φτάσαμε στη Damascus, να πουλάω τις πρωινές εφημερίδες τουρτουρίζοντας από το κρύο, κοντά στον σταθμό των λεωφορείων.
Ο ήλιος είχε αρχίσει να λιώνει την αντοχή των γυναικών και των γέρων. Εδώ κι εκεί υψώνονταν κραυγές αγωνίας και απόγνωσης. Κοιτούσα πρόσωπα που είχα συνηθίσει να βλέπω στα στενά δρομάκια της Ramleh, αλλά που τώρα έφεραν τα σημάδια της ολοκληρωτικής θλίψης. Ποτέ δεν θα μπορέσω να εξηγήσω το παράξενο συναίσθημα που με κατέλαβε όταν μια εβραία νεοσύλλεκτη άρχισε να τραβάει χλευαστικά το γένι του θείου Abu Uthman.
Δεν ήταν στ’ αλήθεια θείος μου. Ήταν ο κουρέας και ο ταπεινός εμπειρικός γιατρός της Ramleh. Όλοι τον αγαπούσαμε από πότε που τον ξέραμε. Τον αποκαλούσαμε “θείο” από σεβασμό και εκτίμηση. Τώρα στεκόταν όρθιος και είχε στο πλάι του τη μικρότερη κόρη του, τη Fatima. Μικρόσωμη και μελαχρινή, κοιτούσε με τα πλατιά μαύρα μάτια της την εβραία στρατιωτίνα.
“Κόρη σου είναι;”
Ο Abu Uthman κούνησε νευρικά το κεφάλι του, όμως στα μάτια του άστραφτε μια τρομακτική μαύρη προφητεία. Η στρατιωτίνα σήκωσε έτσι απλά το μικρό όπλο της και σημάδεψε στο κεφάλι τη Fatima. Το μελαχρινό κορίτσι με τα κατάπληκτα μαύρα μάτια.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ένας από την εξωτερική περίπολο κινήθηκε και στάθηκε μπροστά μου. Η κατάσταση του είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον. Ξαφνικά, εκεί που μου απέκρυπτε τη σκηνή, άκουσα καθαρά τρεις διακριτούς πυροβολισμούς. Τότε κινήθηκε και είδα το γεμάτο πόνο πρόσωπο του Abu Uthman. Κοίταξα προς τη Fatima. Το κεφάλι της κρεμόταν μπροστά και αίμα κυλούσε από τα μαύρα της μαλλιά πάνω στη ζεστή καφετιά γη.
Λίγο πιο μετά, ο Abu Uthman πέρασε από μπροστά μου. Κρατούσε στα γερασμένα χέρια του το άψυχο σώμα της Fatima. Άκαμπτος και αμίλητος κοιτούσε ευθεία μπροστά, μέσα σε μια τρομερή σιωπή. Βάδιζε, πέρασε από μπροστά μου δίχως να μου ρίξει ματιά. Κοιτούσα τη σκυφτή πλάτη του καθώς σιωπηλά περνούσε μέσα από τις γραμμές των στρατιωτών, κατευθυνόμενος προς το πρώτο μικρό δρομάκι. Συνέχισα να κοιτάζω τη γυναίκα του που καθόταν στο έδαφος κρατώνnm τας το κεφάλι της και κλαίγοντας. Καθώς ούρλιαζε τη θλίψη της, ένας εβραίος στρατιώτης στράφηκε προς αυτήν και τη διέταξε να σταματήσει. Όμως η ηλικιωμένη γυναίκα δεν σταματούσε. Είχε περάσει τα όρια της απόγνωσης…
Τώρα μπορώ να δω καθαρά όλα όσα συνέβησαν. Με τα ίδια μου τα μάτια είδα πως ο στρατιώτης την χτύπησε και πως η ηλικιωμένη γυναίκα, με το πρόσωπό της να αιμορραγεί, έπεσε προς τα πίσω. Είδα ξαφνικά να κολλάει την κάννη του τουφεκιού του στο στήθος της. Ήχησε ένας πυροβολισμός…
Την επόμενη στιγμή ο στρατιώτης στράφηκε προς εμένα. Ψύχραιμα με διέταξε να σηκώσω ξανά το πόδι που το είχα κατεβάσει, δίχως να το προσέξω, στο έδαφος. Μετά, αφού είχα σηκώσει το πόδι μου, με χαστούκισε δύο φορές στο πρόσωπο. Πάνω στο πουκάμισό μου σκούπισε το αίμα από το στόμα μου που βρισκόταν στο χέρι του. Νιώθοντας αβοήθητος στράφηκα προς τη μητέρα μου που βρισκόταν με τις άλλες γυναίκες, με τα χέρια της υψωμένα στον αέρα, κλαίγοντας σιωπηλά. Όμως εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μέσα από το κλάμα της ξεπρόβαλε ένα μικρό δακρυσμένο γέλιο. Ένιωσα το πόδι να γέρνει κάτω από το βάρος μου και σχεδόν να καταρρέει από τον έντονο πόνο. Όμως, ακόμα κι έτσι, γέλασα κι εγώ. Ήθελα ξανά να τρέξω στη μητέρα μου και να της πω ότι τα δύο χαστούκια δεν με πόνεσαν καθόλου κι ήμουν εντάξει. Ήθελα να μην κλαίει και να φέρεται όπως είχε μόλις φερθεί ο Abu Uthman.
Όμως οι σκέψεις μου διακόπηκαν όταν ο Abu Uthman πέρασε από μπροστά μου καθώς επέστρεφε στη θέση του, αφού είχε θάψει τη Fatima. Όταν βρέθηκε απέναντί μου θυμήθηκα ότι είχαν μόλις σκοτώσει και τη γυναίκα του, και ότι θα έπρεπε τώρα να αντιμετωπίσει μια ακόμα θλίψη. Τον κοίταξα με οίκτο, φοβισμένος για κάτι, μέχρι που έφτασε στη θέση του όπου στάθηκε με την πλάτη γυρισμένη προς εμένα. Ήταν σκυφτή και μουσκεμένη από τον ιδρώτα. Μπορούσα ωστόσο να φανταστώ το πρόσωπό του: παγωμένο, σιωπηλό, διάστικτο από σταγόνες ιδρώτα. Ο Abu Uthman έσκυψε για να σηκώσει στα γερασμένα χέρια του το σώμα της γυναίκας του. Πόσες φορές την είχα δει να κάθεται με σταυρωμένα πόδια μπροστά στο μαγαζί, κοιτώντας τον να τελειώνει το γεύμα του, ώστε να πάρει πίσω στο σπίτι τα άδεια πιάτα. Δεν πέρασε πολλή ώρα κι εκείνος βάδισε μπροστά μου για τρίτη φορά, παίρνοντας βαθιές και βαριές ανάσες, με τις σταγόνες του ιδρώτα να γυαλίζουν στο ρυτιδωμένο του πρόσωπο. Ήταν ακριβώς απέναντί μου αλλά δεν με κοίταξε καθόλου. Για μια ακόμα φορά έβλεπα τη σκυφτή του πλάτη καθώς αργά βάδιζε ανάμεσα στις σειρές των στρατιωτών.
Οι άνθρωποι συγκρατούσαν τα δάκρυά τους.
Μια οδυνηρή σιωπή είχε κάτσει πάνω στις γυναίκες και τους γέρους.
Ήταν λες και οι μνήμες του Abu Uthman τους κατέτρωγαν επίμονα τα σωθικά, όλες αυτές οι μικρές ιστορίες που θυμόντουσαν να τους έχει διηγηθεί ο Abu Uthman όταν πήγαιναν και κάθονταν στην καρέκλα του κουρείου του… Μνήμες που η καθεμιά τους φαινόταν να κατατρώει ανελέητα όλους αυτούς τους ανθρώπους που βρίσκονταν εδώ.
Σε όλη του τη ζωή ο Abu Uthman υπήρξε άνθρωπος με ευγένεια και αγάπη. Πίστευε στα πάντα, αλλά πιο πολύ πίστευε στον εαυτό του. Είχε χτίσει τη ζωή του από το τίποτα. Όταν η εξέγερση στο Jabal al-Nar τον ανάγκασε να καταφύγει στη Ramleh, είχε χάσει τα πάντα. Έτσι ξεκίνησε από την αρχή, τόσο φιλικός, σαν κάποιο φυτό που είχε φυτρώσει στην καλή γη της Ramleh. Κέρδισε την αγάπη και την επιδοκιμασία των ανθρώπων. Όταν ξεκίνησε ο τελευταίος πόλεμος στην Παλαιστίνη, πούλησε ό,τι είχε και αγόρασε όπλα τα οποία μοίρασε στους συγγενείς του, ώστε να μπορούν να πολεμήσουν στη μάχη. Το μαγαζί του μεταμορφώθηκε σε αποθήκη εκρηκτικών και όπλων, και ήταν έτοιμος να πληρώσει κάθε τίμημα για τη θυσία του. Το μόνο πράγμα που ζήτησε ήταν να ταφεί στο όμορφο κοιμητήριο της Ramleh, που ήταν γεμάτο με μεγάλα δέντρα. Αυτό ήθελε όλο κι όλο από τους ανθρώπους. Και όλοι οι άνθρωποι της Ramleh ήξεραν πως ο Abu Uthman δεν ήθελε τίποτα άλλο από το να ταφεί στο κοιμητήριο της Ramleh όταν πεθάνει. Ήταν αυτά τα μικρά πράγματα που έκαναν τους ανθρώπους να σιωπούν. Τα ιδρωμένα πρόσωπά τους βάραιναν από τις αναμνήσεις.
Κοίταξα τη μητέρα μου εκεί που στεκόταν, με τα χέρια της σηκωμένα στον αέρα. Στεκόταν ευθυτενής, σαν να την είχαν μόλις σταματήσει, κι ακολουθούσε τον Abu Uthman με ήσυχα μάτια. Συνέχισα να κοιτάζω σε απόσταση, εκεί όπου έβλεπα τον Abu Uthman να στέκεται μπροστά σε έναν εβραίο στρατιώτη, να του μιλάει και να δείχνει προς το μαγαζί του. Ύστερα βάδισε μόνος του προς το μαγαζί. Επέστρεψε κρατώντας μια λευκή πετσέτα με την οποία τύλιξε το σώμα της γυναίκας του. Ύστερα πήρε τον δρόμο προς το κοιμητήριο.
Τον είδα ξανά από απόσταση να επιστρέφει με αργά βαριά βήματα. Η πλάτη του ήταν σκυφτή και τα χέρια του κρέμονταν αβοήθητα στο πλάι. Ήρθε αργά προς τη μεριά μου, πιο γερασμένος πια απ’ ότι ήταν πριν. Ήταν καλυμμένος με σκόνη και ανάσαινε βαριά. Στο στήθος του υπήρχε αίμα αναμεμειγμένο με χώμα.
Όταν βρέθηκε ακριβώς απέναντί μου, με κοίταξε, σαν να ήταν για πρώτη φορά που με προσπερνούσε και με έβλεπε να στέκομαι εκεί, στη μέση του δρόμου, κάτω από τον καυτό ήλιο του Ιούλη, σκονισμένος και μούσκεμα από τον ιδρώτα. Το χείλος μου ήταν πληγιασμένο κι έβγαινε αίμα. Ανασαίνοντας με δυσκολία συνέχισε να με κοιτάζει. Μέσα στα μάτια του υπήρχαν πολλές έννοιες που δεν κατανοούσα αλλά μάλλον τις ένιωθα. Ύστερα συνέχισε, ήσυχος, σκονισμένος, βαριανασαίνοντας. Σταμάτησε, έστρεψε το πρόσωπό του προς τον δρόμο, σήκωσε τα χέρια του και τα σταύρωσε.
Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν πια να θάψουν τον Abu Uthman έτσι όπως εκείνος ήθελε. Όταν πήγε στο κυβερνητικό κτίριο για να δώσει κατάθεση, ακούστηκε μια τρομερή έκρηξη που ισοπέδωσε ολόκληρο το κτίριο. Τα απομεινάρια του Abu Uthman χάθηκαν μέσα στα συντρίμμια.
Είπαν στη μητέρα μου, όταν με κουβαλούσε στους λόφους για να περάσουμε στην Ιορδανία, πως όταν ο Abu Uthman πήγε στο μαγαζί του πριν θάψει τη γυναίκα του, δεν επέστρεψε μόνο με μια πετσέτα.