
Αντιγράψαμε και δημοσιεύουμε από την ΚΟΜΕΠ (αρ. φυλ. 40) του Αυγούστου 1945 τη βιβλιοκριτική του Κ. Βάρναλη για το έργο «Αληθινός Παλαμάς», του μεγάλου κομμουνιστή ηγέτη, αρχηγού του ΚΚΕ, Νίκου Ζαχαριάδη. Γράφτηκε στις φυλακές της Κέρκυρας από τις 20/01/1937 έως τις 15/03/1937. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1944 σε παράνομη έκδοση του Κόμματος στη Θεσσαλία.
Είκοσι οκτώ χρόνια μετά από αυτήν τη δημοσίευση, την 1η Αυγούστου του 1973, ο Νίκος Ζαχαριάδης δολοφονείται στο Σουργκούτ της Σιβηρίας από την Κακεμπέ και τους Έλληνες υποτακτικούς της, οι οποίοι διέλυσαν το ηρωικό ΚΚΕ των αγώνων και των θυσιών. Κρατώντας πραξικοπηματικά το όνομα, το παρέδωσαν στην ντόπια αστική τάξη, στην ιμπεριαλιστική εξάρτηση και στη μεταπολιτευτική αστική δημοκρατία ως ένα κόμμα αστικής νομιμότητας που, με τις οπορτουνιστικές του θέσεις, ταλαντεύεται ανάλογα την εκλογική περίοδο, με σημαία του τον ρεφορμισμό ντυμένο ακόμη και με… υπερεπαναστατική γραμμή, όπως γίνεται στις μέρες μας.
Η μελέτη των έργων του Νίκου Ζαχαριάδη είναι καθοριστικής σημασίας καθήκον για όλες τις πολιτικές και ταξικές δυνάμεις που θέλουν να αντλήσουν συμπεράσματα και να μπουν στον στίβο της πολιτικής πάλης, ειδικά σε μια περίοδο υποχώρησης με ακέφαλο το εργατικό κίνημα από άποψη πολιτικής πρωτοπορίας και επιτελείου, που να μπορεί να καθοδηγήσει τους λαϊκούς αγώνες ενάντια στην ιμπεριαλιστική εξάρτηση και την ντόπια αστική τάξη.
***

Κριτική του βιβλίου Ν. Ζαχαριάδη: Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ (έκδοση «Νέων Βιβλίων»)
Η νεοελληνική κριτική στα διάφορα παρακλάδια της κι από τα πρώτα της αρκουδίσματα (αρχές του περασμένου αιώνα) ως τα σημερινά της βήματα της… χήνας (εννοώ την κριτική των τελευταίων εννιά χρόνων της πολιτικής και της εθνικής δουλείας) στάθηκε πάντα η ιδεαλιστική (δογματική «εκ των άνω») ή συναισθηματική (ιμπρεσσιονιστική «εκ των έσω»). Ο σοβινιστικός χρωματισμός δε λείπει από τις κριτικές ιστορικού, κοινωνικού η «φιλολογικού» περιεχομένου, όπως κι ο προσωπολατρικός από τις κριτικές λογοτεχνικού περιεχομένου. Πολλές φορές οι κριτικές τούτες στηρίζονται μονάχα στο ύφος κι έτσι μας δίνονται ή ως ρητορικά γυμνάσματα ή ως «τρίτη τέχνη».
Εννοείται, πως οι κριτικές τέτοιας λογής δεν κατορθώνουν να εξηγήσουνε τίποτα. Και δεν πρέπει να λογαριάζονται ως βοηθήματα για την κατανόηση όποιου θέματος εξόν από τις περιπτώσεις, που τυχαία συμβαίνει να αγγίζουνε την αλήθεια.
Αλλά ποια είναι η περίφημη τούτη αλήθεια: Όποια και για κάθε επιστημονική δουλειά: η συμφωνία της γνώσης με την πραγματικότητα. Και στην περίπτωσή μας πραγματικότητα είναι η κοινωνία θεωρημένη όχι σαν ένα στατικό περίγυρο παρά σαν ένα αδιάκοπα κινούμενο “γίγνεσθαι”. Αυτή η κοινωνία γεννάει ανάλογα με τη μορφή της διάρθρωσής της, τις διάφορες ιδέες, συναισθήματα, προστάγματα, που ρυθμίζουνε την πραγματική, την ψυχολογική, την ηθική και την πραχτική μας ζωή. Κι η ίδια κοινωνία κατά την πορεία της τ’ αλλάζει όλα αυτά. Κι όταν λέμε η ίδια, εννοούμε: οι αντίθετες δυνάμεις που παλεύουνε μέσα της, την κινούνε προς τα εμπρός και την ισορροπούνε κάθε τόσο σε καινούργιες βάσεις.
Αλλά το άτομο με τα λογής φανερώματά του, τα «έργα» του, πως σχετίζεται με την πραγματικότητα (την κοινωνία); Είναι κι αυτό ένα μέρος της. Επιδράται απ’ αυτήν και την επιδρά και κείνο σε βαθμό που η βούλησή του να συντελεί στο μετασχηματισμό της. Το άτομο δεν είναι ένα παθητικό στοιχείο της ζωής παρά ένας ενεργητικός παράγοντας της εξέλιξής της. Αιτία κι αιτιατό. Δεν είναι κάτι το αυτόνομο κι έξω από την ομαδική ζωή· είναι η συνένωσή του μ᾽ αυτήν, η συνένωση του υποκειμένου και του αντικειμένου, του εγώ και του εσύ – κι αυτή είναι η λεγόμενη «αληθινή φύση του ανθρώπου».
Η επιστημονική κριτική έτσι θ᾽ αντικρίσει σε γενικό σχήμα το πρόβλημα του ανθρώπου και των έργων του. Πρώτα θα κοιτάξει τον περίγυρό του για να ξεχωρίσει τις κύριες δυνάμεις που το κυβερνούνε και να καθορίσει το στάδιο της διαδρομής τους (ανοδικό ή καθοδικό). Ύστερα θα μελετήσει την ιστορία και τη φύση του ατόμου. Και θα σχετίσει το έργο με το άτομο και το άτομο με το σύνολο. Και θα τοποθετήσει δημιουργό και δημιούργημα ή στις προοδευτικές ή στις αντιδραστικές δυνάμεις του καιρού του.
Στην ιστορία της νεοελληνικής κριτικής ανοίξανε στα τελευταία 5 χρόνια καινούριους και άσφαλτους δρόμους με τη βαθιά κι επιστημονική τους στόχαση δύο βιβλία. Και τα δύο αριστερά. Και πολύ φυσικά. Γιατί μονάχα η αριστερή διανόηση (η υλιστική και διαλεκτική) είναι η επιστημονική. Το ένα βιβλίο είναι του κ. Δ. Αλεξάνδρου (του αξέχαστου “δασκάλου” μας, Δημ. Γληνού): Μερικοί στοχασμοί για τον Πλάτωνα και το έργο του (1940). Και το άλλο του συν. Νίκου Ζαχαριάδη: Ο αληθινός Παλαμάς (πρώτη δημοσίευση 1944). Δυο βιβλία γραμμένα από τους ηγέτες της εργατικής τάξης – βιβλία με μεγάλο κύρος και υποδειγματικά στο είδος τους.
Ονόμασα κάπου, κρίνοντας το έργο του Γληνού «Οδηγό διανοουμένου». Γιατί μας δίνει, σε γενικές γραμμές, τη θεωρία της κριτικής έρευνας και τη μέθοδό της – εξόν που μας δίνει και την εφαρμογή της θεωρίας του και της μεθόδου του στην εξήγηση της πλατωνικής φιλοσοφίας. Όμοια θα μπορούσα να ονομάσω: «Οδηγό της λογοτεχνικής κριτικής» τον «Αληθινό Παλαμά» του Ζαχαριάδη. Γιατί μας δείχνει με μια πρωτόφαντη σιγουριά σκέψης το πώς γίνεται και σε ποιες «αρχές» πρέπει να στηρίζεται μια λογοτεχνική κριτική, που να έχει αξία αποδειχτική για όλους.
Αυτά τα δύο βιβλία θ᾽ αργήσουν ίσως, όμως θα παίξουνε μεγάλο ρόλο στη γόνιμη αναγέννηση της νεοελληνικής κριτικής. Ακόμα ως τα σήμερα οι κορυφαίοι πνευματικοί μας άνθρωποι (όχι μονάχα ακαδημαϊκοί αλλά και πραγματικής αξίας διανοητές) εξακολουθούν να παραδέρνουνε σαν καΐκια χωρίς τιμόνι στη φουρτούνα των γεγονότων με αρχές ολότελα αντιδραστικές και φλομωτικές του στοχασμού, όπως ο ηθικός μηδενισμός (το καλό και το κακό είναι τα ίδια) κι ο μυθολογικός μυστικισμός (ορφισμός) .
Ο σ. Ζαχαριάδης, αφού μας έδωσε μια γενική εικόνα της πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής κατάστασης του νέου ελληνισμού από τα χρόνια της επανάστασης ως τον καιρό του Παλαμά, προχωρώντας στην ανάλυση του «πιο ολοκληρωμένου, του πιο φιλοσοφημένου» έργου του, του «Δωδεκάλογου του Γύφτου», ξεχωρίζει τις θεμελιακές του αρχές και τους τελικούς του σκοπούς κι αποδείχνει τον ποιητή εχθρό της αντιδραστικής κυρίαρχης τάξης του καιρού του και φίλο και συναγωνιστή του λαού.
Πολύ σωστά ο σ. Ζαχαριάδης τονίζει πως ο Παλαμάς δεν πρέπει να θεωρείται πρωτοπόρος μονάχα στο ζήτημα της γλώσσας, επειδή στάθηκε σ’ όλη του τη ζωή ένας απ’ τους φωτισμένους και αλύγιστους αρχηγούς του δημοτικισμού. Ο Παλαμάς είναι πρωτοπόρος κυρίως στη σκέψη. Σκέψη υλιστική και μέθοδο διαλεχτική. Στη σύγκρουση των αντιθέτων δυνάμεων λαού και αστικής ολιγαρχίας ο Παλαμάς βρίσκεται με το μέρος του εργαζόμενου λαού, δηλ. της προοδευτικής τάξης, που η αποστολή της είναι ν’ ανανεώσει τον κόσμο και να φέρει την αληθινή δικαιοσύνη. Ο Παλαμάς χτύπησε όλα τα ψεύτικα και στείρα ιδανικά του κοτζαμπασιδισμού. Χτύπησε το μεγαλοϊδεατισμό, την προγονοπληξία, το βυζαντινισμό! Είδε την κοινωνία και τη φύση όχι στατικά και μεταφυσικά παρά εξελιχτικά και δυναμικά. Είδε πως φύση και κοινωνία βρίσκονται σε αδιάκοπη κίνηση και πως πάντα το καινούριο νικάει το παλιό. Και με το τούτο το σχήμα κινιέται προς τα μπρος η ζωή και ο πολιτισμός και όχι με το αντίθετο (νίκη του παλιού και χρεωκοπημένου στοιχείου απάνω στο ζωντανό και στο καινούργιο). Τα περασμένα μπορούν με όση ζωτικότητα τους μένει να βοηθήσουν την πρόοδο, ποτές όμως δεν πρέπει να την ανακόψουν ή να στρέψουνε το ρεύμα του ποταμού προς τα πίσω. Και, τέλος, κήρυξε πως η μόνη αναγεννητική δύναμη του έθνους είναι ο λαός. Ο λαός που δουλεύει. Κι αυτός ο λαός είναι το έθνος, όχι οι ολίγοι του παράσιτοι. Κι ο ποιητής προχωρεί ως την έσχατη συνέπεια της αρχής του: ο ελληνικός λαός, όπως και κάθε άλλος λαός, δεν αγωνίζεται μόνος του στον κόσμο· βρίσκεται σε συνάρτηση κι αλληλεγγύη και συνεργασία με όλους τους λαούς της γης, σύντροφος, αδερφός, συνοδοιπόρος, συμπολεμιστής. Κι έτσι ο Παλαμάς, περνώντας από την άρνηση των αστικοτσιφλικάδικων ιδανικών, καταλήγει στη θέση του διεθνισμού – της καθολικής ανθρωπότητας.
Όλη τούτη η φιλοσοφία του «Δωδεκάλογου» (μας λέγει ο σ. Ζαχαριάδης) είναι υλιστική και η μέθοδός της διαλεχτική. Την ίδια φιλοσοφία και μέθοδο εφάρμοσε κι ο κριτικός για να εξηγήσει αυτό το θεμελιακό έργο του ποιητή και να τον πάρει από τα χέρια της αντίδρασης και να τον στήσει μπροστάρη στην πνευματική και κοινωνική αναγέννηση του έθνους.
Η δουλειά του σ. Ζαχαριάδη, καθώς μπορεί ο καθένας να διαπιστώσει, δεν είναι στενά «φιλολογική». Ο κριτικός θεωρεί έξω από κάθε συζήτηση την ποιητική αξία και την τεχνική μαστοριά του έργου. Τα θεωρεί ως «δεδομένα». Σ᾽ αυτό το ζήτημα δεν έχουν αντίρρηση και οι αστοί κριτικοί. Αλλ’ όσοι του αρνιούνται αυτές τις ικανότητες της μορφής, δεν του αρνιούνται και τις «αλήθειες» του περιεχομένου: το «σοβινισμό» του, το «συντηρητισμό» του, τη «φρονιμάδα» του, την «καθώς πρέπει φιλοσοφία του! Αι! Αυτές τις αλήθειες ο σ. Ζαχαριάδης τις αναποδογυρίζει και βρίσκει την πραγματική ουσία του έργου του Παλαμά.
Όλοι οι αστοί κριτικοί του ποιητή, λέγει στον πρόλογο του βιβλίου του ο σ. Ζέβγος, «έπιασαν στοιχεία αντιδραστικά και στάθηκαν ανίκανοι ν’ αγγίξουν το ζωντανό, το πλαστουργό, το αθάνατο πνεύμα της παλαμικής δημιουργίας».
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Παλαμάς στο «Δωδεκάλογο» του είναι ένας ποιητής του Λαού. Αλλά και στ’ άλλα του έργα: στην «Ασάλευτη Ζωή», στη «Φλογέρα του Βασιλιά», στην «Πολιτεία και μοναξιά», στα «Σατιρικά Γυμνάσματα» υπάρχουν κομμάτια με το ίδιο πνεύμα. Πάντως ο Παλαμάς δεν έγραψε απ’ ευθείας για το λαό. Η ποίησή του είναι συχνά poesia docta. Αλλ’ αυτό δεν έχει σημασία. Επίσης μέσα στο απέραντο έργο του υπάρχουνε θολούρες σοβινισμού, νιτσεϊκού υπερανθρωπισμού και περιφρόνησης των «ανίδεων». Αλλ᾽ όλα τούτα, όπως λέγει κι ο σ. Ζαχαριάδης, θα τ’ αποδίνουμε στην ακαταστάλαχτη ακόμα εποχή του.
Στην εποχή του ο Παλαμάς ήταν ένας «επαναστάτης» χωρίς επανάσταση. Ήτανε μάλλον ένας πολύ προχωρημένος κι ως ένα σημείο σοσιαλιστικοποιημένος αστός που ήθελε το ανέβασμα του λαού στο φως του πολιτισμού. Ήτανε μάλλον ένας εκλεχτικός όλων των θεωριών παρά πιστός μιας ιδεολογίας. Και δεν ήτανε ο μόνος προοδευτικός. Μια πρωτοπορία από γλωσσολόγους, παιδαγωγούς, διανοούμενους και πολιτικούς (Ψυχάρης, Γληνός και Δελμούζος, Θεοτόκης και Χατζόπουλος, Κοινωνιολόγος της Βουλής), ζητούσανε την αστική αναγέννηση του τόπου στηριγμένη στο σύνολο του έθνους. Ζητούσανε μόρφωση και δικαιώματα για το λαό, μα κανένας δεν έφτασε ως το σημείο να διεκδικήσει την πολιτική εξουσία υπέρ του λαού και την εξαφάνιση της ολιγαρχίας των εκμεταλλευτών του. Ο λαός στο μεταξύ έχει προχωρήσει πολύ πιο πέρα από τους τότε φίλους του, που μείνανε (όσοι ζούνε) πολύ πίσω. Έτσι κι ο Παλαμάς που έβρισε τους πατριδοκάπηλους, τους φαυλοκράτες, τους πολιτικάντηδες της Δεξιάς, τους φωτοσβέστες δασκάλους, τους στενοκέφαλους καλογέρους, έβρισε στο τέλος και τους «Λύκους-Μπολσεβίκους».
Αλλ’ είπαμε: όλες αυτές τις θολούρες θα τις αποδίνουμε στην ακαταστάλαχτη εποχή του (εποχή του συναισθηματικού σοσιαλισμού). Άλλωστε είναι τόσο λίγες! Ο περισσότερος και καλύτερος Παλαμάς είναι ο δικός μας. Είναι ο Παλαμάς που οραματίστηκε τη νίκη του λαού, του Φτωχολέοντα, ενάντια στους τυράννους του («Φλογέρα του Βασιλιά») και τη συναδέρφωση του ελληνικού λαού με όλους τους λαούς της γης. Αλλ’ αυτό είναι σωστή «προδοσία» για τους αντιδραστικούς! Οι εκμεταλλευτές του λαού με τους πνευματικούς των μπράβους προπαγανδίζουν το μίσος ανάμεσα στους λαούς. Το μίσος και τον πόλεμο. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να παρατείνουνε για λίγο ακόμα τη σάπια τους ζωή.
Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ