
Τα ‘χασε τα γκέμια ο Ηνίοχος.
Και τώρα τρέχει ξωπίσω με ιδρωμένους χιτώνες,
αναμαλλιασμένος να μάσει τα ασυμμάζευτα.
Ωχ, ξεφτιλιστήκαμε
είπε φωναχτά στον νου. Ήρθαν τα πάνω κάτω.
Κι έτσι τον ένιωσε ο γλύπτης της ψυχής μου, όταν έμαθα ότι έφυγες. Και μου τον πάσαρε αλλήθωρο,
ξεμαλλιασμένο, αλαφιασμένο και χαμένο.
Τρέχει ο νους μου τώρα και δεν φτάνει… Να καλύψει τις αποστάσεις των αξιών που με τα χέρια σου έσκαψες. Και πότισες με την καρδιά σου καρπούς ιδεών για να χουμε να τρώμε μια ζωή.
Καλό σου δρόμο Καλόγερε! Και σε μας καλή καλογερική!
Η φίλη σου,
Σ. Φ.