
Στην πρόσφατή μας βιβλιοπαρουσίαση που αφορούσε το βιβλίο «Μεσολόγγι» του Δημήτριου Φωτιάδη, είχαμε υποσχεθεί ότι θα αναδημοσιεύσουμε κάποιες σελίδες του πρώτου μέρους του έργου. Αυτές εστιάζουν στον ξένο παράγοντα και πώς έδρασε αντεπαναστατικά, ταγμένος ξεκάθαρα στο πλάι της οθωμανικής αρχής, ενάντια στους επαναστατημένους Έλληνες.
Η χρονική συγκυρία δε της αναδημοσίευσης, ιδανική. Ημέρα της παλιγγενεσίας, ημερομηνία που στην συνείδηση του λαού μας έχει χαραχτεί ως η αρχή της πορείας της Απελευθέρωσης και που οδηγεί και στην ίδρυση του ελληνικού κράτους. Ημέρα που μας γεμίζει με χαρά μεν, αλλά πάντα με τη στενόχωρη παραδοχή της μη ολοκλήρωσης της Απελευθέρωσης από τα δεσμά της υποτέλειας και της πλήρης αναγέννησής μας.
Ο Φωτιάδης με το βιβλίο του, φωτίζει ακριβώς τη λογική των ισχυρών, μετέπειτα αποικιοκρατών και σημερινών ιμπεριαλιστών που καταδυναστεύουν τους λαούς, ανάμεσά τους και τον δικό μας.
Επιπλέον μία σημαντική επέτειος πλησιάζει. 10 προς 11 Απρίλη. 200 χρόνια από την ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου. Τι τιμή πραγματικά να μπορούμε να μνημονεύουμε με τόση υπερηφάνεια τους προγόνους μας, τα παλικάρια αλλά και τις λεβέντισσες που σφυρηλάτησαν το λαό μας και τη συνείδησή του.
Αθάνατο το πνεύμα του ’21 Αθάνατοι και οι ήρωες μας. Αθάνατο Μεσολόγγι Αθάνατος ο λαός μας.
Ας επιτρέψουμε στην πένα του φωτισμένου Φωτιάδη, να ξεσκεπάσει τους καλοθελητές και τη βρωμιά τους.

***
Ας δούμε τώρα την άλλη «όψη του νομίσματος». Το πώς φέρθηκαν οι κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων στον αγώνα του ελληνικού λαού για το ξεσκλάβωμά του. Τα στοιχεία που θα μνημονέψουμε μας τα δίνουν οι ίδιοι εκπρόσωποι της επίσημης Ευρώπης, που έδρασαν πάνω στο χώρο που παιζόταν ο αγώνας για τη λευτεριά.
Ο Άγγλος πρόξενος στην Πάτρα Philip James Green φροντίζει για την τροφοδοσία των πολιορκημένων τούρκικων κάστρων, στέλνει στους πασάδες τις πληροφορίες που μαζεύει από πράχτορές του που είχε σκορπίσει στο Μοριά και φέρνει όσα εμπόδια περνούσαν από το χέρι του για να λυγίσει η επανάσταση. Στο βιβλίο του, που εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1827 με τον τίτλο «Εικόνες από τον πόλεμο στην Ελλάδα», δεν αφήνει ευκαιρία που να μη δυσφημίσει τους αγωνιστές, αποκαλώντας τους αναρχικούς, δειλούς, αντάρτες, αχάριστους απέναντι στον τόσο καλό και μεγάθυμο ηγεμόνα τους, ανθρώπους, τέλος, ανάξιους για την παραμικρή συμπάθεια, κι αναφέρει με ικανοποίηση και υπερηφάνεια τις ενέργειές του για την εμπέδωση του «νόμου και της τάξης». Αποκαλεί πειρατές τους θαλασσινούς μας, γιατί είχαν την ανήκουστη τόλμη να πιάνουν τα ξένα καράβια που πήγαιναν να εφοδιάσουν τα τούρκικα κάστρα και ζητάει, για να στερεώσει την ἀποψή του, τη γνώμη του Λονδρέζου νομομαθή Lunshington αν το δικαίωμα αυτό, τ’ αναγνωρισμένο από το διεθνές δίκαιο στους εμπολέμους, μπορούν να το ‘χουν οι Έλληνες. Κι ο σοφός νομομαθής κοιτάζει τα κιτάπια του κι αποφαίνεται:
«Οι εχθροπραξίες που υφίστανται τώρα ανάμεσα στους Τούρκους και τις ελληνικές δυνάμεις δεν μπορούν να θεωρηθούν παρά σαν επανάσταση των τελευταίων αυτών ενάντια στην κυβέρνησή τους. Κατά συνέπεια είναι φανερό πως οι Έλληνες δεν μπορούν να έχουν τα ίδια δικαιώματα μ’ εκείνα που χαίρονται κράτη αναγνωρισμένα».
Σαν πήρε τούτο το χαρτί ο Γκριν και είδε πόσο μεγάλο ήταν, σύμφωνα με το νόμο, το έγκλημα των Ελλήνων να πιάνουν τα ξένα καράβια που ανεφοδίαζαν τον εχθρό, στέλνει εγγλέζικα πολεμικά να κάψουν το Μεσολόγγι, αν το ναυτοδικείο που λειτουργούσε τόσο αυθαίρετα εκεί δεν άφηνε ελεύθερα τα ξένα εμπορικά που είχαν πιάσει οι δικοί μας στην υπηρεσία των Τούρκων. Τ’ άφησαν –τι να κάνουν;– κι ο Γκριν αναφέρει, γεμάτος χαρά, το «μάθημα που έδωσαν σε τούτους τους ληστές».
Αμέσως μόλις έπεσε το Μεσολόγγι, τρέχει να δώσει τα συχαρίκια του στον Κιουταχή και στον Μπραΐμη κι επισκέπτεται, με την ευκαιρία αυτή, τη χαλασμένη πολιτεία. Βλέπει να μην απομένουν όρθια περισσότερα από είκοσι σπίτια, βλέπει να κάνουν πυραμίδες πλήθος κουφάρια σφαγμένων και να τα καίνε, βλέπει αρμαθιασμένα τρεις χιλιάδες ζευγάρια κομμένα αυτιά να στέλνουνται πεσκέσι στην Πόλη, βλέπει πέντε χιλιάδες γυναικόπαιδα να σέρνουνται για να πουληθούν στα σκλαβοπάζαρα, βλέπει όλη αυτή την τραγωδία και δε βρίσκει μήτε ένα λόγο συμπόνοιας να πει. Βλέπει ακόμα το περίφημο «κάστρο» και γράφει: «Πρέπει να ομολογήσω πως η θέα του μου προξένησε μεγάλη έκπληξη. Οι οχυρώσεις του δεν αξίζουν μιας τέτοιας ονομασίας κι από τα δεκαπέντε κανόνια, από τριών ως δώδεκα λιτρών, τα τοποθετημένα στις επάλξεις του, τα περισσότερα είναι άχρηστα». Αντί να θαυμάσει πώς άντεξαν πίσω από τούτον το φράχτη οι υπερασπιστές του έναν ολόκληρο χρόνο ενάντια σ’ όλα τ’ ασκέρια και τις αρμάδες της Τουρκιάς και της Αραπιάς, δίνει τούτη δω την εξήγηση: «Οι Έλληνες το πέτυχαν αυτό με τις μεγαλαυχίες τους, που είχαν σαν αποτέλεσμα να τρομάξουν τους Τούρκους και να τους πείσουν πως η θέση ήταν άπαρτη».
Βγάζει με ικανοποίηση το συμπέρασμα πως «η υπόθεση των Ελλήνων χειροτερεύει με γρήγορο ρυθμό και, όπως φαίνεται, πριν περάσει πολύς καιρός, η πολιτική τους ύπαρξη θα πάρει τέλος». Ενώ βρίζει όλους τους πολιτικούς και στρατιωτικούς της επανάστασης, έναν μονάχα επαινεί, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, που, όπως είναι γνωστό, ήταν τυφλό όργανο της Αγγλίας. Και να πώς δικαιολογεί τους τυχοδιώχτες εκείνους «φιλέλληνες» που εγκατέλειψαν τον αγώνα μας κι έτρεξαν να υπηρετήσουν τον Κιουταχή και τον Μπραΐμη, παίρνοντας μισθό από 700 ως 2.000 γρόσια το μήνα: «Μερικοί απ’ αυτούς τους Ευρωπαίους στην αρχή πήγαν με τους Έλληνες, όπως όμως αυτοί δεν τους πλέρωναν και τους κακομεταχειρίζονταν και κακοπερνούσαν, τους εγκατέλειψαν αηδιασμένοι. Από τη στιγμή που μπήκαν στην υπηρεσία των Αιγυπτίων πλερώνονταν ταχτικά και ποτέ δεν παίρνανε μέρος σε μάχη».
Ο μισελληνισμός του Μέτλαντ, ύπατου αρμοστή των Ιονίων νήσων, είναι πασίγνωστος. Αυτός διαπραγματεύτηκε το πούλημα της Πάργας στον Αλή πασά, που θεωρήθηκε από την αγγλική κυβέρνηση σαν μεγάλη επιτυχία. Όταν, από τους πράχτορές του, κατόρθωσε να μάθει πως οι Έλληνες ήταν έτοιμοι να επαναστατήσουν, ειδοποίησε αμέσως τον Χουρσίτ πασά, συστήνοντάς του να πάρει σκληρά μέτρα, για να την προλάβει. Ευτυχώς που ο Χουρσίτ δε θεώρησε την πληροφορία σοβαρή, νομίζοντας πως ήταν αντιπερισπαστικό τέχνασμα του Αλή πασά. Αργότερα, όταν η επανάσταση πια γίνηκε, ο Μέτλαντ δήμευσε τις περιουσίες των Επτανησίων που πήγαν να πολεμήσουν και καταδίωξε τις οικογένειές τους. Σε κάθε ευκαιρία εκδήλωνε προκλητικά τ’ ανθελληνικά του αισθήματα κι έκανε ό,τι μπορούσε, για να φέρει εμπόδια στον αγώνα. Να μια χαρακτηριστική προκήρυξή του:
Προκήρυξη εκδοθείσα από τον Εξοχώτατο και Εντιμότατο σερ Τόμας Μέτλαντ, ιππότη του Μεγαλοσταύρου του Εντιμοτάτου Στρατιωτικού Τάγματος του Λουτρού, ιππότη του Μεγαλοσταύρου του Βασιλικού Τάγματος, μέλους του Ιδιαιτέρου Συμβουλίου της Αυτού Βρετανικής Μεγαλειότητας, Αντιστρατήγου και Αρχιστρατήγου των Δυνάμεων της Αυτού Μεγαλειότητας στη Μεσόγειο, Διοικητή της Μάλτας και των εξαρτωμένων απ’ αυτή εδαφών, Λόρδου Υπάτου Αρμοστή στις Ενωμένες Πολιτείες των νήσων του Ιονίου, και Μεγάλου Μάγιστρου του Διαπρεπεστάτου Τάγματος του Αγίου Μιχαήλ και του Αγίου Γεωργίου, κτλ. κτλ.
Σχετικά με τα επεισόδια εκείνα, που είναι αποτέλεσμα μιας απόλυτης περιφρόνησης προς κάθε νόμιμη και αναγνωρισμένη αρχή, η Αυτού Εξοχότης αποφεύγει ν’ ασχοληθεί ιδιαιτέρως με την άτιμη συμπεριφορά εκείνων που, εγκαταλείποντας τη χώρα τους, είχαν το θράσος και την αναισχυντία να παρουσιάζουνται δημόσια με τον τίτλο του στρατηγού Κεφαλλονίτικων και Ζα-κυνθινών δυνάμεων, που δρουν κάτω από τις διαταγές ενός άγνωστου τυχοδιώχτη και ενός ξένου δημαγωγού. Δεν επιθυμεί επίσης ν’ ασχοληθεί λεπτομερώς με τα πλοία που παρουσιάστηκαν σε γραμμή μάχης μπροστά στο κάστρο της Λεπάντου κι ούτε να σχολιάσει τη στάση των ασύνετων εκείνων κληρικών που, σ’ αντίθεση με τις καθαρές αρχές των Ευαγγελιστών, τις αρχές της φιλανθρωπίας και της καλοκαγαθίας, έκαναν, με την ευκαιρία αυτή, κάτω από τα όμματα των αρχών, λειτουργίες για την καταστροφή της Οθωμανικής Δύναμης, προσθέτοντας, με τον αποτρόπαιο αυτόν τρόπο, και τη φωνή της θρησκείας, για να εξάψουν ακόμα περισσότερο τον ολέθριο λαϊκό ερεθισμό, που από μόνος του κιόλας υπάρχει.
Εκδόθηκε στο παλάτι, Κέρκυρα 9 Οκτωβρίου 1821
Ο Κωνστ. Λεβίδης, προλογίζοντας την ανατύπωση, στο 1840, των «Ελληνικών Χρονικών», εφημερίδα που έβγαινε στο Μεσολόγγι από την 1 του Γενάρη 1824 ως στις 20 του Φλεβάρη 1826, γράφει τούτα δω τ’ αποκαλυπτικά λόγια:
«Καθ’ ὅλον σχεδόν το διάστημα τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος ἡ μετά τῆς Ἑλλάδος συγκοινωνία τῆς Εὐρώπης ἦτο εἰς ἄκρον περιωρισμένη. Αν δὲν ἤρχοντο εἰς τοὺς Ἕλληνικούς λιμένας εὐρωπαϊκά πλοῖα, διά να καταμετρήσωσι τὰ νερά των, καί εὐκολύνωσι τοιουτοτρόπως τῶν ἐχθρῶν μας τὰς ἐφόδους, ἄν ἀξιωματικοί ξένων Δυνάμεων δέν κατέβαιναν ἐνίοτε εἰς τὰς πόλεις μας, διά να κατασκοπεύσωσι τα σχέδια, τα κινήματά μας, τὰς ἀνάγκας ἢ τὰς ἐλλείψεις μας καί νά τάς διακοινώσωσιν εἰς τοὺς ἐχθρούς μας, ἄν στόλοι Εὐρωπαϊκοί δέν παρουσιάζοντο ἐνίοτε, διά να κανονοβολώσι τάς γυναίκας καὶ τὰ τέκνα μας, ὅσων ἡ ἐχθρική μάχαιρα εἶχε φεισθῆ, ἂν πλοῖα αἰσχρο κερδῶν ἐμπόρων δὲν ἐπλησίαζον τα παράλιά μας, ἀφοῦ ἀπεβίβαζον τὰ φορτία των εἰς τὰ ἐχθρικά φρούρια, ἴσως δὲν ἤθελον γνωρίζει ἐν διαστήματι πολλῶν ἐτῶν τοῦ ἀγῶνος μας, οἱ Ἕλληνες ἂν ὑπῆρχον Εὐρωπαῖοι, καὶ οἱ Εὐρωπαῖοι ἂν οἱ Ἕλληνες ἔγειναν θύματα τοῦ ἡρωϊσμοῦ των ἢ ἂν ἐξηκολούθουν τὸν ἄνισον ἀγῶνα».
Η πραγματική ιστορία του ’21 στέκεται –δεν πειράζει που το ξαναλέμε– σχεδόν ολότελα άγνωστη στον τόπο μας κι ίσως μερικοί νομίσουν πως όσα αναφέρει ο Κωνστ. Λεβίδης, για τη δράση των ξένων στόλων στην επανάσταση, είναι υπερβολικά ή απλά «σχήματα λόγου». Θα μνημονέψουμε, λοιπόν, μερικά χαρακτηριστικά επεισόδια,. Στις 10 του Ιούλη 1826, ο αυστριακός στόλος της ανατολικής Μεσογείου, με ναύαρχο το μαρκήσιο Παυλούτσι, φτάνει μπροστά στην Τήνο, όπου ήταν αραγμένα πέντε ελληνικά πολεμικά καράβια. Τα πιάνει σ’ αντεκδίκηση κι αποζημίωση, όπως είπε, για τις ζημιές που κάναν οι Έλληνες σε πλοία μ’ αυστριακιά σημαία. Την άλλη μέρα στέλνει τούτο εδώ το έγγραφο στους Τηνιακούς:
Ο Αμίλκαρος Μαρκέσιος Παυλάτσης ἐκ Ρογκάλων, πραγματικός θαλαμηπόλος τῆς Αὐτοῦ Αὐτοκρατορικής Βασιλικής Αποστολικής Μεγαλειότητος, ἱππότης του τάγματος τοῦ σιδηροῦ Αὐστριακού Στεφάνου, Μεγαλόσταυρος τοῦ βασιλικού στρατιωτικού τάγματος τοῦ ᾿Αγίου Γεωργίου, τοῦ τάγματος τῆς Ενώσεως του Βασιλείου τῶν δύο Σικελιών, ἱππότης τοῦ βασιλικοῦ τάγματος τοῦ ᾿Αγίου Φερδινάνδου καὶ τῆς ἀξίας στρατηγός, ἀνώτερος διοικητής τοῦ Αὐτοκρατορικού Βασιλικού Ναυτικού και στόλαρχος του στόλου τῆς Α.Μ. εἰς τὰς θαλάσσας τῆς ᾿Ανατολής
Δηλοποιεῖ ὅτι μέλλων ν’ ἀπομακρυνθῇ τῆς νήσου ταύτης διά βασιλικήν ὑπηρεσίαν, θέλει καὶ ἐννοεῖ νὰ ἦν ἐγγυήτριαι αἱ καθεστώσαι τοπικαί ἐξουσίαι δι᾿ ὁποιονδήποτε κακώς ἐννοούμενον πνεύμα ἀντιπαθείας ὡς πρός τ’ άτομα καὶ τὰς κτήσεις τῶν Καθολικῶν· ἐφ᾽ ᾧ καί τούς προειδοποιεί, μ’ ὅλην τὴν αὐστηρότητα καί σαφήνειαν ἐκφραζόμενος, ὅτι ἂν εἰς τὴν ἀπουσίαν του προσγίνη ζημία τις ή βλάβη εἰς ἄτομα ἢ τὰς κτήσεις αὐτῶν, ἅμα ἐπιστρέψει θα λάβῃ ἐπίσημον ἐκδίκησιν διὰ τοῦτο, ὄχι μόνον κατά τῶν ὑπευθύνων, ἀλλά καί κατά τῶν ἀτόμων καὶ κτήσεων τῶν προκρίτων, οἵτινες ἔχουσιν ἄμεσον χρέος να διατηρώσιν τὴν εὐταξίαν. Ἐν ταυτῷ τοὺς ὑπόσχομαι πάσαν φιλανθρωπικήν ὑποστήριξιν, ἄν ἤθελον λάβει ἀνάγκην εἰς κρίσιμον τινα περίστασιν, ὅταν διά τῆς διαγωγής των ἀποδείξωσιν ὅτι κατέστησαν ἄξιοι αὐτῆς.
Ἐν Τήνῳ τήν 11/23 Ιουλίου 1826
Ο Μαρκέσιος Παυλάτση
Οι Τηνιακοί δε δείλιασαν μπροστά στις αυθαιρεσίες του αυστριακού ναύαρχου, που φερνόταν σαν να ‘τανε τσιφλίκι του η Ελλάδα, και του απαντάνε μ’ ένα ειρωνικό και περήφανο γράμμα:
… Η Κυβέρνησις γνωρίζει κάλλιστα ὅτι δὲν ὑπάρχει διαστολή καμμία καί προτίμησις μεταξύ τῶν Τηνίων τοῦ ἀνατολικοῦ καὶ τοῦ δυτικού δόγματος ἐνώπιον τῶν καθεστώτων νόμων. Σημειωτέον δὲ ὅτι, ὅσοι γεννηθέντες εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι Ἕλληνες, ἔχουσι νόμους καί δικαστάς καί δικαστήρια ἴδια, καί μόνην την πατρικήν των κυβέρνησιν χρεωστῶσι νὰ ὑπακούωσιν. Ἡ τοπική τῆς Τήνου ἀρχή εὐγνωμονεῖ εἰς τὴν Υ, Ε. διά τήν ὁποίαν ἔχει διάθεσιν να συνδράμη διά τοῦ κραταιού του βραχίονος τους κατοίκους τῆς νήσου ταύτης ἐν καιρῷ συμφορᾶς ἀλλ’ εἶθε μή φθάσει πώποτε ἡ τοιαύτη ἡμέρα· καὶ ἔσο βέβαιος, ώ περίβλεπτε στόλαρχε, ὅτι δὲν θὰ καταντήσει ποτέ ἡ Ἑλλὰς εἰς τοιαύτην ἀθλιότητος ἀκμήν, ἂν οἱ ὄντως δυνατοί ἐνασχολώνται μάλλον εἰς τὸ νὰ ὑπερασπίζωσι την πάσχουσαν ἀθωότητα, ἡ εἰς τὸ ν’ ἀπειλῶσιν ἀναφανδόν τοὺς ἀθώους ἀντί τῶν κακούργων.
Κι ο Σπηλιάδης, που αναφέρει τα έγγραφα αυτά, λέει: «Με πολλήν ἄρα κωμικήν χάριν καί με πολύ ἀξιοσέβαστον παρρησίαν ἀπήντησαν εἰς τὰς ἀπειλάς τοῦ Παυλούτσι οἱ Τήνιοι, οὐδόλως πτοηθέντες ἀπὸ τὴν ἀρμαθίαν τῶν τίτλων και παρασήμων του».
Φεύγοντας ο Παυλούτσι από την Τήνο, συναπαντιέται με το πολεμικό ελληνικό βρίκι «Θεμιστοκλής», που τράβαγε για την εκστρατεία της Σάμου. Ο «Θεμιστοκλής», αναγκασμένος από τον άνεμο, πάει να περάσει μπροστά από την αυστριακιά ναυαρχίδα. Αυτό όμως θύμωσε τόσο πολύ το μαρκήσιο, που ανοίγει ολότελα απροειδοποίητα φωτιά, σπάζοντας τα κατάρτια και κάνοντας κι άλλες σημαντικές ζημιές στο ελληνικό καράβι.
Ο αυστριακός στόλος, ύστερα από την Τήνο, πάει στη Μύκονο, όπου βγάζει πεντακόσιους πεζοναύτες και γυρεύει από τους φτωχούς νησιώτες χίλια δίστηλα, για τις ζημιές που είχαν πάθει αυστριακά εμπορικά καράβια στην υπηρεσία των Τούρκων. Τραβάει και μια μπόμπα σ’ ένα σπίτι, λέγοντας πως αν δεν του δώσουν τα λεφτά, έτσι θα κάψει την πολιτεία.
Τον προηγούμενο Απρίλη, ο Ακούρτη, διοικητής μιας μοίρας του αυστριακού αυτού στόλου, έφτασε μπροστά στη Νάξο και διάταξε δυο προεστούς ν’ ανέβουν στο καράβι του να τους μιλήσει για μια υπόθεση αγοράς από Ναξιώτες κάτι αυστριακών εμπορευμάτων που προέρχοντων από ναυτοπειρατεία. Επειδή τ’ απάντησαν πως πρέπει να ζητήσει τον έπαρχο, αρχίζει με μιας να μπομπαρδίζει την πολιτεία. Κάτι Κρητικοί που έλαχε να βρίσκονται στη Νάξο τρέχουν στο σπίτι του υποπρόξενου της Αυστρίας Φραγκίσκου Γεράρδη και φοβερίζουν πως θα πάθει η φαμελιά του, αν δε σταματήσει ο μπομπαρδισμός. Παύουν τέλος τ’ αυστριακά καράβια να χτυπάνε κι ο Γεράρδης με την οικογένειά του φεύγει μ’ αυτά.
Για τη «μεγάλη τούτη προσβολή» που γίνηκε στην Αυστρία, φτάνει, στις 11 του Αυγούστου, ο Παυλούτσι, μ’ όλο τον αυστριακό στόλο της ανατολικής Μεσογείου, να τιμωρήσει το νησί. Φωνάζει στη ναυαρχίδα του κάμποσους Ναξιώτες. Ανεβαίνουν. Τους βρίζει σαν τιποτένιους κι άτιμους, γιατί ανήκουν σ’ ένα έθνος που τόλμησε να επαναστατήσει ενάντια στο νόμιμο βασιλιά του, και τους λέει πως αν έχουν το παραμικρό αίσθημα ντροπής, πρέπει να προσπέσουν στα πόδια του σουλτάνου και να τον ικετέψουν να τους συγχωρέσει. Διατάζει και τους ναύτες του να τους τραβήξουν ένα γερό ξύλο.
Την άλλη μέρα οχτακόσιοι πεζοναύτες, μ’ επικεφαλής τον Κάρολο Ζίμπουργκ, βγαίνουν στο νησί και πολιορκάνε την πολιτεία κι από την ξηρά. Στέλνουν τελεσίγραφο στους Ναξιώτες να πλερώσουν μέσα σε είκοσι τέσσερες ώρες 8.500 δίστηλα, για κείνα τ’ αυστριακά εμπορεύματα που δεν αξίζανε περισσότερο από 1.000 δίστηλα, γιατί διαφορετικά θα γκρεμίζανε συθέμελα την πολιτεία και θα τουφεκίζανε τους αποσταλμένους που είχαν κρατήσει όμηρους. Ένας απ’ αυτούς, μην υποφέροντας τις βρισιές και τον ξυλοδαρμό, καταφέρνει να το σκάσει. Με μιας τότε οι Αυστριακοί ανοίγουν φωτιά από στεριά και θάλασσα. «Καί ἤρχισαν» όπως γράφει ο Σπηλιάδης «νά φεύγωσιν ἀπό τούς οἴκους των ἄνδρες, γυναίκες και παιδία καί πολλοί ἀσθενεῖς ὑπ᾿ ἄλλων βασταζόμενοι, καί βιάζωνται ἀπό τούς στρατιώτας νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τούς οἶκους των ὡς ἄν εἰς τοὺς τάφους των, καί τινες ἀποθνήσκωσιν, ὄντες ἀσθενεῖς, ἀπὸ τὸν φόβον των, καί γυναίκες ἔγκυοι ἀποβάλλουσι καὶ ἀποψυχοῦσι».
Αφού ο Παυλούτσι ανάγκασε τους Ναξιώτες να υψώσουν την αυστριακιά σημαία στο προξενείο και τους έκανε κι άλλους πολλούς εξευτελισμούς και πήρε και τα δίστηλα, έφυγε.
Τον άλλο χρόνο, το καλοκαίρι του 1827, φτάνει μπροστά στις Σπέτσες μια άλλη αυστριακιά μοίρα στόλου με διοικητή τον Δάνδολο. Γυρεύει τέσσερα εμπορικά αυστριακά καράβια που πιάστηκαν κουβαλώντας πολεμοφόδια στους Τούρκους των Π. Πατρών και Μεθωκορώνων. Οι Σπετσιώτες του απαντάνε πως πρέπει να τα ζητήσει από την ελληνική κυβέρνηση, γιατί μεταφέρανε εφόδια στον εχθρό και, για την κατάσχεση ή όχι του φορτίου τους, θα δικαστούν «σύμφωνα με τα δίκαια των εθνών και του πολέμου» από το ναυτοδικείο. Τους αποκρίνεται πως αυτός δεν αναγνωρίζει ελληνική κυβέρνηση και δε θα επιτρέψει να δικαστούν Αυστριακοί από δικαστήριό της. Στο τέλος βρίζει με τον πιο πρόστυχο τρόπο τους αποσταλμένους των Σπετσιωτών και τους λέει πως αν δεν αφήσουν αμέσως ελεύθερα τ’ αυστριακά εμπορικά, μαζί με τα φορτία τους, θα κάψει και τα καράβια που ήταν στο λιμάνι και την πολιτεία.
Οι Σπετσιώτες, θέλοντας ν’ αποφύγουν ένα τέτοιο ασύμφορο για τον αγώνα επεισόδιο, αφήνουν τ’ αυστριακά να φύγουν. Μόλις βγήκαν, η μοίρα του Δάνδολου πλησιάζει στο στόμιο του λιμανιού κι ανοίγει φωτιά μ’ όλα τα κανόνια της τόσο πάνω στα δεμένα σπετσιώτικα καράβια, όσο και στην πολιτεία, για να τους δώσει, όπως είπε, ένα καλό μάθημα, να μην ξαναγγίξουν αυστριακό καράβι όπου κι αν πήγαινε κι ό,τι κι αν κουβάλαγε. Από τον ακαρτέρευτο αυτόν μπομπαρδισμό σκοτώθηκαν τριάντα ναυτικοί και δεκατέσσερις γυναίκες. Η ζημιά που πάθανε τα καράβια μας έφτασε τις τριάντα χιλιάδες δίστηλα κι αν δεν προφταίνανε οι Σπετσιώτες να σβήσουν τη φωτιά σ’ ένα απ’ αυτά, θα καίγονταν όλα.
Δεν πρέπει όμως να νομιστεί πως το θλιβερό προνόμιο το ‘χαν μονάχα οι Αυστριακοί. Σ’ ένα φυλλάδιο που βγήκε στο Παρίσι το 1827 με τον τίτλο «Το μέλλον της Ελλάδας» και μ’ ένα Κ για όνομα του συγγραφέα, που όπως φαίνεται είναι ο Καποδίστριας, υπάρχουν αρκετές κατηγορίες για τον τρόπο που φέρθηκαν οι Μεγάλες Δυνάμεις στον απελευθερωτικό μας αγώνα. Μια απ’ αυτές είναι πως γαλλική φρεγάδα βυθομέτρησε τα νερά των Ψαρών, λίγο πριν από την καταστροφή τους, κι υπόδειξε στον καπετάν Τοπάλ Χοσρέφ πασά από πού μπορούσαν να πλησιάσουν τα καράβια του για να κάνουνε ντισμπάρκο.
Στις αρχές του 1827, όταν η τούρκικια αρμάδα γύρισε στην Πόλη, οι Υδραίοι καπετάνιοι δέσανε τα καράβια τους, για να μην πλερώνουν τα τσούρμα. Έπεσε τότε μεγάλη δυστυχία στο νησί. Μαύρισε το μάτι από την πείνα μερικών, ορμάνε στο λιμάνι, αρπάζουν εφτά καράβια και βγαίνουν για κούρσο. Ένα απ’ αυτά, που ήταν του καπετάν Ζιάκα, σταμάτησε ένα εγγλέζικο εμπορικό και του πήρε τα τρόφιμα. Ο ναύαρχος Χάμιλτον διατάζει τότε μια μοίρα του στόλου του, κάτω από τις διαταγές του Σπένσερ, να αιχμαλωτίσει το καράβι του Ζιάκα. Φτάνουν τα εγγλέζικα μπροστά στην Ύδρα, βγάζουν αγήματα στις βάρκες κι ορμάνε στο λιμάνι ν’ αρπάξουν το καράβι του Ζιάκα. Ένας ναύτης που ήταν πάνω σ’ αυτό τους πιστολίζει. Τα εγγλέζικα ανοίγουν με μιας φωτιά ενάντια στον κοσμάκη που είχε μαζευτεί στην παραλία και κοιτούσε και σκοτώνουν έξι και τέσσερις πληγώνουν. Ένας από τους σκοτωμένους ήταν κι ο μπουρλοτιέρης Γιώργος Πολίτης. Τέλος παίρνουν έξι καράβια και φεύγουν.
Όταν ήταν πρόεδρος ο Κουντουριώτης, έβγαλε μια προκήρυξη, απειλώντας πως θα βούλιαζε τα ξένα καράβια που θα κουβάλαγαν τούρκικο στρατό. Ο σερ Άνταμ, ο αρμοστής των Ιονίων νήσων, φτάνει με μια μοίρα αγγλικού στόλου στο Ναύπλιο, αρπάζει τρία ελληνικά καράβια με τα πληρώματά τους κι αναγκάζει την ελληνική κυβέρνηση ν’ ανακαλέσει τη διαταγή. Κι ο Σπηλιάδης γράφει:
«Ὡς ἂν ἔλεγε (ὁ ᾿Ανταμ) μ’ ἄλλαις λέξεις, δὲν εἶναι δίκαιον οὐδὲ ν᾿ ἀπειλήσετε καν τοὺς οὐδετέρους ὅτι θὰ τους φονεύσετε καίτοι φέροντας με τα πλοία των Τούρκους εἰς τὴν πατρίδα σας, νὰ σᾶς φονεύσωσι μὲ χεῖρας τουρκικάς, μή δυνάμενοι να σφάξωσιν οἱ ἴδιοι αὐτοί οὕτως ἦτο δίκαιον οἱ οὐδέτεροι να παραβαίνουσι το δίκαιον τῶν ἐθνῶν καὶ οἱ Ἕλληνες να καταδικάζωνται εἰς θάνατον, διότι δέν θεωροῦνται ὡς ἔθνος».
Τα επεισόδια αυτά, που φανερώνουν τις διαθέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων για τον απελευθερωτικό μας αγώνα, είναι λίγα, από πάρα πολλά που γίνηκαν. Μια μεγαλύτερη εξιστόρησή τους βγαίνει από τα πλαίσια του βιβλίου κι είναι θέμα ειδικής μελέτης. Μερικά όμως ακόμα θ’ αναφερθούν στην αφήγηση της πολιορκίας του Μεσολογγιού, όπως σχετίζονται μ’ αυτή.
Τη λευτεριά τους οι αγωνιστές του ’21 έπρεπε μονάχοι τους να την κερδίσουν. Κι έτσι την κέρδισαν. Θυσίασαν ό,τι κι αν είχαν. Έχυσαν ποτάμι το αίμα. Γυμνοί, πεινασμένοι, προδομένοι τόσες φορές από τους κοτζαμπάσηδες κι ανάξιους πολιτικάντηδες, υπόμειναν τα πάντα, έχοντας πάρει την υπέρτατη απόφαση: λευτεριά για θάνατος. Η έκφραση τούτης της απόφασης πουθενά αλλού δε φαίνεται τόσο ανάγλυφα, όσο στο έπος της τελευταίας πολιορκίας του Μεσολογγιού.
Διαβάστε ακόμα:
1821: Η επαναστατική πάλη αποτελεί τον νόμο της προόδου
1821: Η ανολοκλήρωτη επανάσταση
Γ. Λαμπρινός: Το κλέφτικο τραγούδι
Διακόσια χρόνια μετά: Υπό την μπότα της ντόπιας αστικής τάξης και των ιμπεριαλιστών