«Η Ιστορία ενός Νησιού» του Γιασάρ Κεμάλ εκδόθηκε στην τουρκική γλώσσα το 1998. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Θεμέλιο» το 1999 σε μετάφραση Παναγιώτη Αμπατζή. Το νησί του, το ταπεινό αλλά παραδεισένιο Μερμηγκονήσι, το ταξίδεψε πολλές δεκαετίες πίσω, το τοποθέτησε στη φρικτή εποχή του Α Παγκοσμίου Πολέμου. Η ιστορία του αρχίζει από τους «ανταλλάξιμους». Οι Έλληνες του μικρού νησιού πρέπει να ξεριζωθούν από τον αγαπημένο τους τόπο όπου «οι Ρωμιοί κατοικούσαν για πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια». Η Συνθήκη της Λωζάννης πέφτει στις ψυχές των Ελλήνων και των Τούρκων γειτόνων τους ως κάτι τόσο παράλογο που δεν μπορεί, μέχρι και την τελευταία στιγμή, να γίνει πιστευτό. 

Η ιδιαίτερη πτυχή που φωτίζει ο Γιασάρ Κεμάλ είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν ήταν μόνο γείτονες και συντοπίτες αλλά υπήρξαν και συμπολεμιστές, κοινωνοί της βαρβαρότητας. Η ψυχή τους και το σώμα τους έχει στοιχειωθεί από την εκστρατεία του Καυκάσου (Δεκέμβριος 1914- Ιανουάριος 1915) ενάντια στα ρωσικά στρατεύματα. Το δάσος των χιλιάδων παγωμένων πτωμάτων από τη μάχη του Σαρικαμίς είναι ένα βίωμα κοινό, μια μνήμη ανελέητη. Εξίσου και οι μάχες στα Δαρδανέλια λίγο αργότερα- τον Φεβρουάριο του 1915- η βροχή από ανθρώπινο κρέας στην εκστρατεία της Καλλίπολης. Για τους ανθρώπους αυτούς δεν είχε καμία σημασία το ποιος νίκησε και ποιος ηττήθηκε. Ως κρέας για τα κανόνια του πρώτου ιμπεριαλιστικού πόλεμου ηττήθηκαν όλοι. Το στοιχειό του αποτυπώνεται στις διηγήσεις των ίδιων αλλά και των μανάδων τους και των παιδιών τους. Αλλά σε πλέρια αντίθεση αποτυπώνεται και η καλοσύνη και η μεγαλοψυχία που κράτησαν οι δυο γείτονες λαοί ως πραγματικό φάρμακο στον όλεθρο. «Γεννημένοι από τις στάχτες της ίδιας φωτιάς».

Ο «πλάτανος αυτός στον κήπο των λαών» –όπως ωραία χαρακτηρίστηκε στην βιβλιοπαρουσίασή του «Ιτζέ Ιμέτ» ο Γιασάρ Κεμάλ, δεν αφήνει τον άνθρωπο έρμαιο στο αδιέξοδο του πολέμου. Μέσα από τη μορφή του Βασίλη, που δεν δέχτηκε να φύγει με την ανταλλαγή και απέμεινε μόνος αρχικά πάνω στο νησί, τον δείχνει να δίνει μια μοναδική πάλη, έναν μεγάλο πόλεμο εσωτερικό μεταξύ αυτών που του επέβαλαν να ζήσει και αυτών που ο ίδιος θα επέλεγε από τη ζωή: την ομορφιά στη φύση και στα ειρηνικά έργα του ανθρώπου της. Ο πόλεμος αυτός κορυφώνεται μέσα στον άνθρωπο όταν στο νησί παρουσιάζεται άλλος ένας κάτοικος, ένας Τούρκος, ένας «εχθρός», ο Τραμουντάνας Μουσά. Κι έτσι γίνονται και οι δύο τους πότε δυο σκιές που κυνηγιούνται γεμάτες φόβο και πότε δυο ανθρώπινες υπάρξεις που αρνιούνται να υποταχθούν στην απανθρωπιά της μισαλλοδοξίας και του πολέμου.

«Κανένας άλλος άνθρωπος δεν υπάρχει στο νησί;»

«Υπάρχει», είπε ο Τραμουντάνας. «Υπάρχει κάποιος. Από τη μέρα που ήρθα, κατάλαβα ότι κάποιος βρίσκεται στο νησί. Μέρα νύχτα τριγυρίζει μια ψηλή σκιά. Εγώ κυνηγώ αυτήν κι αυτή εμένα. Δε συναντηθήκαμε ποτέ. Δεν ξέρω αν είναι φάντασμα. Πολύ με φοβίζει αυτός ο άνθρωπος. Να βλεπα το πρόσωπό του! Δεν ξέρω αν είναι διάβολος, αν είναι φίλος, αν είναι εχθρός, πεθαίνω από περιέργεια. Μπορεί να είναι και τρελός. Τις νύχτες δε με πιάνει ύπνος, φοβάμαι μην έρθει και με σκοτώσει. Κάποτε μάλιστα κοιμάμαι με το πιστόλι στο χέρι. Συνέχεια ζω με το φόβο του θανάτου. Πήρα μέρος σε τόσους πολέμους, σε εκατοντάδες μάχες, εκατοντάδες φορές αντικρίστηκα με το Χάρο, έζησα πολλά γεγονότα, ποτέ δε φοβήθηκα τόσο. Ο άνθρωπος αυτός είναι, θαρρείς, η σκιά μου».

Μια ειλικρινή αναμέτρηση με αυτή τη σκιά του εαυτού μας, αυτή που άλλοι- πρόσωπα ή καταστάσεις- ορίζουν και κινούν, ακόμη και ως ηθική ετερονομία, ως κάτι που μας επιβάλλεται και δεν πηγάζει από μέσα μας, όπως η απλότητα, η αγνή ανθρωπιά και το πάθος για το όμορφο, αυτή σίγουρα μας διδάσκει ο Γιασάρ Κεμάλ. 

Τη ζεστασιά των ιστοριών που αφορούν και πηγάζουν, για άλλη μια φορά, σε και από όλους τους λαούς, Έλληνες, Τούρκους, Γεζήτες, Άραβες, Τσερκέζους, Τουρκμένους, Αρμένιους, ιστορίες από το Βόσπορο, από τον Καύκασο, από τη Μεσοποταμία, την αποδίδει πλατιά η μετάφραση αυτού του ακούραστου Ρωμιού της Πόλης, του Παναγιώτη Αμπατζή. 

Ε. Χ.