Ελπίζω να μην κατηγορηθώ για «κομματικό» καθήκον με το άρθρο μου αυτό. Δεν θα κάνω μια βιβλιοπαρουσίαση όπως συνηθίζεται, για να δημοσιευτεί στο site της οργάνωσής μας και να σπρώξει τους αναγνώστες μας προς την ανάγνωση και τη μελέτη. Θα σταθώ στη συλλογή ποιημάτων «Αλ Ζαϊτούν», που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις μας. Μία συλλογή ποιημάτων που εμπνέονται από την Παλαιστινιακή Αντίσταση.

Δεν θα σταθώ στα υπέροχα ποιήματα, που με συγκίνησαν βαθύτατα και βάζουν κάτω πολλούς και πολλές επαγγελματίες ποιητές και ποιήτριες «φανφάρες» και όλο τον γνωστό μηχανισμό ανάδειξης της ωραίας ποίησης, των βραβείων, των ποιητικών κύκλων κλπ.

Είναι τόσο κουραστική η «φανφάρα» εξάλλου μέσα στη σκληρή και μονότονη καθημερινότητα που ζούμε, όλοι όσοι επιβιώνουμε από την πώληση της εργατικής μας δύναμης, που κάθε αναφορά σε αυτήν είναι χαμένος χρόνος…

Σε αυτήν τη μικρή συλλογή από άποψη μεγέθους, αλλά μεγάλης από άποψης λόγου και ουσίας, είδα τέσσερις συντρόφισσες που βηματίζουν στο κίνημα δεκαετίες, ταπεινές, χωρίς έπαρση, με πίστη στο δίκιο των λαών που αγωνίζονται, με αλληλεγγύη δίπλα στους προλετάριους και καταπιεσμένους. Μέρος και αυτές της γυναικείας εργατικής τάξης, στον καθημερινό μόχθο για το μεροκάματο, στον αγώνα για δικαιώματα, στον αγώνα ενάντια στις κοινωνικές καταπιέσεις.

Κι όπως είπα δεν θα σταθώ στους στίχους του βιβλίου. Με καλύπτει απόλυτα η λιτή και περιεκτική βιβλιοκριτική που έγινε από τα Φύλλα. Θα σταθώ στην κουλτούρα που προσπαθούμε να χτίσουμε όλα αυτά τα χρόνια στη Βίδα και στο κίνημα. Να ενισχύουμε, δηλαδή, με κάθε τρόπο τη δημιουργία που παράγεται μέσα στις γραμμές των καταπιεσμένων, μέσα στην εργατική τάξη, μέσα στις εργαζόμενες μάζες και στην ανήσυχη νεολαία.

Παρόλο που ο «φασεϊσμός» του τίποτε, οι καριερίστες στις πλάτες του κινήματος, τα μεγάλα «εγώ» και τα σπουδαία ονοματεπώνυμα, οι «διάσημοι» των social media και οι κάθε λογής παραγωγοί μικροαστικών δημιουργημάτων, παρατρεχάμενοι της ματαιοδοξίας, έχουν κάτσει και αυτοί στον σβέρκο μας, δεν σημαίνει ότι η προλεταριακή κουλτούρα δεν παλεύει να τα αποτινάξει και να αντιτάξει το περιεχόμενο και την ουσία απέναντι στο άδειο και το ανούσιο..

Οι «από τα κάτω» δημιουργίες σε όλα τα πεδία, μουσική, ντοκιμαντέρ, ποίηση, λογοτεχνία, θέατρο, κινηματογράφος, ζωγραφική, παραγωγή εκδόσεων, μεταφράσεις… Η πολύμορφη συνεργασία ανθρώπων, η εσωτερική δημοκρατία και κριτική πριν την δημοσίευση του έργου, η επαναστατική ματιά, η αλληλέγγυα συμπεριφορά, για να δημιουργηθούν όλα τα κινηματικά έργα μεγάλα ή μικρά, δημιουργούν τα κύτταρα της δικής μας κουλτούρας, της δικής μας πολιτισμικής πρότασης. Εναντιώνονται στη φετιχοποίηση, στις μικροαστικές αλλοτριώσεις που μας περικυκλώνουν, στα υποπροϊόντα, που μας σερβίρουν για «πειραματική τέχνη», στις εξειδικεύσεις των βιρτουόζων που πρέπει να θαυμάζουμε.

Οι «από τα κάτω» δημιουργίες φτιάχνουν κοινότητες ανθρώπων που παλεύουν, για να αποδώσουν σε ανώτερα επίπεδα την πάλη μας ενάντια σε αυτόν τον άδικο κόσμο, να διαφωτίσουν τους ταπεινούς και να συσπειρώσουν όσους δεν έχουν φωνή αλλά πρέπει να φωνάξουν…

Αυτή η ποιητική συλλογή, στέκεται δίπλα σε αυτήν την παράδοση˙σπάει το ατομικό. Συνυπογράφοντας ποιήματα τρεις συντρόφισσες -μαζί με τη συντρόφισσα που το επιμελήθηκε και το παρέδωσε για τύπωμα- με τα αρχικά των ονομάτων τους, για να ξαναθυμηθούμε το κοινωνικό περιβάλλον και την εποχή που στο κίνημα μάς ενδιέφερε το περιεχόμενο και όχι τόσο να φανεί το ονοματεπώνυμο που κρύβεται πίσω από ένα ποίημα ή ένα έργο.

Ζητώ συγγνώμη από τους αναγνώστες, αν ήμουν περισσότερο πολιτικός παρά κριτικός, μιας και δεν ασχολήθηκα με τα ποιήματα αλλά θέλησα να τονίσω ότι ο αγώνας μας έχει ένα τεράστιο όπλο στη φαρέτρα του˙ αυτό είναι η τέχνη σε όλες τις μορφές, που, όταν μπαίνει στην υπηρεσία του αγώνα, γεννά μεγάλες δημιουργίες, συγκινεί και εμπνέει τους κολασμένους του σάπιου εκμεταλλευτικού καπιταλιστικού συστήματος και της ιμπεριαλιστικής υποκουλτούρας.

Για τέλος, ας κλείσουμε με τα λόγια του Τζον Μπέργκερ (1991) που στεκόταν δίπλα στον αγώνα των Παλαιστίνιων για ανεξάρτητο κράτος αφιερώνοντάς τα με τη σειρά μας στις συντρόφισσες που έγραψαν το «Αλ Ζαιτούν»: Δεν μπορώ να σας πω τι κάνει η τέχνη και πως το κάνει, αλλά ξέρω ότι συχνά η τέχνη έχει κρίνει τους δικαστές, έχει ζητήσει εκδίκηση για τους αθώους και έχει καταδείξει στο μέλλον αυτά από τα οποία υπέφερε το παρελθόν, ώστε να μην ξεχαστούν ποτέ. Ξέρω επίσης ότι οι ισχυροί φοβούνται την τέχνη, όποια κι αν είναι η μορφή της, όταν το κάνει αυτό, και ότι μια τέχνη αυτού του είδους κυκλοφορεί μερικές φορές ανάμεσα στους ανθρώπους σαν φήμη ή θρύλος, γιατί  δίνει νόημα σε ό,τι  οι αγριότητες της ζωής δεν μπορούν, ένα νόημα που μας ενώνει, καθώς, τελικά, είναι συνυφασμένο με την δικαιοσύνη. Η τέχνη, όταν λειτουργεί έτσι, γίνεται τόπος συνάντησης του αόρατου, του αδιαίρετου, του ανθεκτικού, του κουράγιου και της τιμής.»

Γ. Σεραφίνος