Η πρόσφατη εύρεση των συγκλονιστικών φωτογραφικών τεκμηρίων της ημέρας της εκτέλεσης των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή, την πρωτομαγιά του 1944, δημιούργησε ένα πρωτόφαντο ενδιαφέρον ως προς αυτό το γεγονός. Ο κόσμος πλημμυρίζει ξανά και ξανά το σκοπευτήριο, το μουσείο της Εθνικής Αντίστασης στον σεπτό και ιερό αυτόν χώρο του οποίου το χώμα του το πότισαν πολλάκις οι αγωνιστές του λαού μας. Βιβλία ξαναβγήκαν από το ράφι, διαβάστηκαν ξανά ποιήματα, γίνονται εκδηλώσεις, γίνονται περιηγήσεις. Όλα αυτά είναι καλό να συμβαίνουν˙ ό, τι αναμοχλεύει την ταξική μνήμη είναι καλοδεχούμενο, ό, τι αφήνει εκθέτη την αστική τάξη και τη σύγχρονη ακροδεξιά, που κυβερνά και διαπερνά τα πάντα με τον ραγιαδισμό που προάγει, είναι απαραίτητο.

Αυτό που σχολιάστηκε ιδιαιτέρως, είναι το αγέρωχο ήθος των αγωνιστών. Όσοι γνωρίσαμε τους τελευταίους της δρακογενιάς, αλλά κι αυτοί που διαπνεόμαστε από τα ίδια ιδανικά, δεν περιμέναμε τίποτα λιγότερο από αυτό που είδαμε στις φωτογραφίες. Ατσατσαλωμένοι αγωνιστές, αγέρωχοι κομουνιστές που φυσικά αντικρίζουνε κατάματα τον χάρο.

Για να καταλάβει ακριβώς κάποιος το τι θα πει να είσαι κρατούμενος της κομμουνιστικής αφρόκρεμας στα κάτεργα, να ταλαιπωρείσαι διαδοχικά από τους Έλληνες φασίστες, από τον Μεταξά, τις φυλακές της Ακροναυπλιάς (και όχι μόνο) έως το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου από όπου και επιλέχθηκαν οι 200, θα πρέπει κάποιος να διαβάσει το εξαιρετικό βιβλίο του Θέμου Κορνάρου, «Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου». Ο συγγραφέας είναι μια εξαιρετική λογοτεχνική φιγούρα του κομμουνιστικού κινήματος, ο ίδιος κρατήθηκε στο Χαϊδάρι και για αυτό τον λόγο, το βιογραφικό αυτό βιβλίο, είναι το πιο συγκλονιστικό του βιβλίο. Θα παρουσιάσουμε πιο κάτω αυτές τις λίγες σελίδες που περιγράφουν εκείνη την ημέρα όπου οι 200 κομμουνιστές οδηγήθηκαν στην Καισαριανή. Διαβάζοντας τις, νιώθεις το μεγαλείο ψυχής, το γλέντι τους, το τραγούδι τους. Έρχεσαι σε γνωριμία με το πρότυπο κομμουνιστή, Ναπολέοντα Σουκατζίδη. Έρχεσαι σε επαφή με τα τέρατα δεσμώτες στο στρατόπεδο, αλλά και με τη διαβόητη Γκεστάπο στην οδό Μέρλιν και τα βασανιστήρια.

Είναι ένα βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί, ένα εργαλείο στην κατανόηση των γεγονότων και της υπεροχής των κομμουνιστών.

…Τέτοια εἶναι ἡ ξεγνοιασιά, ποὺ γιὰ πρώτη φορά αν ακούγονται γέλια, πειράγματα καὶ
δυνατά κουβεντολόγια στην παράταξη. Ο θάλαμος Νο 1 πάντα ἔχει δική του χωριστή
Εκατονταρχία. Εκατονταρχία τὴ λέμε, κι’ ἃς ἐν χει 260.

Η καταμέτρηση ἔδωσ’ εὔκολα τὰ σωστά νούμερα. Ο Ναπολέων γελαστός, πρόθυμος, γεμίζει
μὲ τὴν παρουσία του τὸν ἄδειο χώρο που μένει μπροστὰ ἀπὸ τὶς ἑκατονταρ χίες.
Στολισμένος, μὲ γυαλισμένα τὰ παπούτσια του, φρε σκοξυρισμένος σὰ νὰ τὸν ἔχουνε
καλέσει σ’ ἐπίσημη γιορτή.

-Σήμερα δὲν ἔχει ἀγγαρεία, Ναπολέων;
– Δὲν πιστεύω, ἀπαντᾶ. Τέτοια γιορτή θὰ πρέπει νὰ τὴ σεβαστοῦνε.
Στὴν παράταξη τῶν 260, παρατηρεῖς σήμερα ἕναν ἄλλον αέρα. Κάθε πρωὶ συντάσσονται
χωρὶς κουβέντες καὶ χάσιμο καιροῦ. Γιὰ νὰ δώσουνε καὶ στοὺς ἄλλους τὸ παράδειγμα καὶ νὰ
εὐκολύνουνε ὅσο μποροῦνε τὸ Ναπολέοντα καὶ τοὺς ἄλλους ὑπεύθυνους.
Σήμερα κι’ αὐτοὶ γελοῦνε, ψιλοκουβεντιάζουνε καὶ καμμιὰ φορὰ κρυφομιλοῦνε, σκύβοντας
στ’ αὐτὶ ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου.

-Κάτι ξέρουνε οἱ 260 καὶ δὲν τὸ λένε.

-Ἔτσι μοῦ φαίνεται καὶ μένα, ἀπαντᾶ κάποιος ἄλλος.

Κι’ όλοι τους εἶναι στην τρίχα! Αὐτοὶ σπάνια βάζουνε τὰ καλά τους.
-Ἴδιοι γαμπροί!

-Ἔ, αὐτοὶ τὴν ἔχουνε γιὰ ξεχωριστή γιορτή την Πρώτη τοῦ Μάη.

-Αὐτὸ θὰ εἶναι!..

-Βέβαια, τί ἄλλο; Ἔμ σὰν κι’ ἐμᾶς, ποὺ ὅλες οἱ μὲρες εἶναι μιὰ πλάκα;

Τὸ πάρε δόσε σταμάτησε μὲ τὴν παρουσία τῆς φρουρᾶς. ᾿Αλλὰ σήμερα ἡ ἐσωτερικὴ φρουρὰ
δὲν παίρνει τὴ θέση της ἀπέναντί μας, ὅπως πάντα. Πιάνουνε τὶς γύρω θέσεις. Τοὺς
βλέπουμε νὰ γονατίζουνε. Στάση βολῆς. Γ’ αὐτόματά τους στραμμένα ἐπάνω μας. Πρώτη
φορά ποὺ ὅλοι εἶναι ὁπλισμένοι μ’ αὐτόματα. Τὰ μεγάλα πολυβόλα στις σκοπιές σηκώθηκαν.
Πίσω ἀπ’ αὐτὰ εἶναι τοποθετη μένα τὰ μικρότερα. Οἱ φρουροί διπλοὶ καὶ μὲ κράνη…

Κυττάζουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλὸ στὰ μάτια. Κανένας δὲ δείχνει νὰ καταλαβαίνει τίποτα.
Περνοῦν ἀρκετὰ λεπτά τῆς ὥρας καὶ ἡ πρώτη ὑπόθεση γίνεται.

-Ἴσως νὰ γίνει ἀποστολὴ γιὰ τὴ Γερμανία!

Τὴ γνώμη αὐτὴ τὴν ὑποδεχόμαστε μὲ μιὰ βαθιὰν ἀναπνοὴ ἀνακούφισης. Στρεφόμαστε πρὸς
τοὺς 260. Χαμογελαστοί, ἤρεμοι, μᾶς κυττάζουνε. Ἡ ἠρεμία τους πετᾶ καὶ στὶς δικές μας
καρδιές. Κάτι ξέρουνε αὐτοί. Δὲν εἶναι δυνατό. Ὁ Ναπολέων πάντα κάτι μυρίζεται, καθώς
μπαινοβγαίνει στὸ Διοικητήριο ὅλη τὴν ὥρα.

– Γιὰ νὰ εἶναι αὐτοὶ ἥσυχοι, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ συγχιζόμαστε ἐμεῖς. Κανένας λόγος.

Δεύτερη ὑπόθεση:

– Ἴσως νὰ νομίζουνε οἱ Γερμανοὶ πὼς θὰ ἔχουμε πρωτομαγιάτικες διαμαρτυρίες!
-Δεν γίνονται ἐδῶ αὐτὰ τὰ πράματα
Παντοῦ γίνονται τὰ πάντα, ἐπιμένει μιὰ ἄλλη φωνή.
Κι’ αὐτὴ κυριάρχησε. Ὅλη τὴν ὥρα βουίζει στ’ αὐιά μας σὰν σύνθημα: Παντοῦ γίνονται τὰ
πάντα.

-Τ’ αὐτοκίνητα τῆς Μέρλιν, παιδιά!
-Σήμερα εἶναι πολλά!.. Παντοῦ γίνονται τὰ πάντα!
«Όλο το στρατόπεδο ἔχει γυρίσει πίσω καὶ μετρᾶ τ’ αὐτοκίνητα ποὺ φάνηκαν στο βάθος τοῦ
δρόμου. ῎Ἄλλος τὰ βγάζει ἔξη κι’ ἄλλος ἐπιμένει γιὰ ὀχτώ. Πάντως τὸ κανονικὸ εἶναι νὰ
ἔρθουνε τρία, μαζὶ μὲ τὴν κούρσα. Τ’ ἄλλα τί γυρεύουνε;

-Παιδιά! Σήμερα τὰ συνοδεύει ἡ μαύρη κούρσα!

-Ἡ γκρίζα εἶναι, φίλε.

-Βλέπω καλά, να ‘τηνα στη στροφή. Εἶναι ἡ μαύρη.
-Η μαύρη κούρσα!

-Ἡ μαύρη!…

-Ποια εἶναι;

-Ἡ μαύρη!..

Ἡ μιὰ ἑκατονταρχία δίνει στὴν ἄλλη τὴν πληροφορία με τρόμο. Σὰ νὰ φάνηκε ὁ Χάρος.
᾿Αρκετὴ ὥρα δὲν ἀκοῦς τίποτ’ ἄλλο. Καμμιὰν ἄλλη λέξη. Μόνο: «Η μαύρη!» «Τώρα
φαίνεται καθαρά». «Εἶναι ἡ Μαύρη…»

Σὲ λίγα λεπτὰ σκίζει τὸ δρόμο τοῦ στρατοπέδου ἡ στραφταλιστὴ μαύρη κούρσα τοῦ διοικητῆ
τῆς Μέρλιν, ἀφήνοντας πίσω της ἕνα σύννεφο σκόνης, ποὺ παλεύει λές, μὲ τὸ βουητὸ π’
ἀφῆκε τὸ μοτέρ.

Δυό φορτηγά αὐτοκίνητα, τὰ συνηθισμένα, περάσανε καὶ σταματοῦνε στὴν αὐλὴ τοῦ 15. Τ’
ἄλλα, τὰ πολλὰ, δὲ φανήκανε. Θὰ πήγανε στη βάση τῆς ἀεροπορίας, ποὺ εἶναι πρὶν ἀπὸ τὸ
Χαϊδάρι.

– Μακάρι! Λέει μιὰ φωνή, ἀφήνοντας ἔτσι πολλὰ υπονοούμενα.

-Τί θὰ πεῖ δηλαδὴ αὐτὸ τὸ μακάρι; Περιμένεις τίποτις άλλο;
-Ἔμ, ἂς κάνουμε το σταυρό μας! «Ὅλα νὰ τὰ περιμένεις.

Τὸ ἐρωτηματικὸ ἐγράφτηκε πάλι. Ζωή γιὰ θάνατος: Κι’ ἐμεῖς ποὺ μόνο τὸ σημερινό
προσκλητήριο δὲ λογαριάσαμε…

Ο διοικητής ἔρχεται μὲ τὸν ὑποδιοικητὴ καὶ δυὸ ἀξιωματικοὺς τῆς Μέρλιν. Σπάνια δέχεται
κι’ ἄλλον στην ἀναφορά. Τι γυρεύουνε λοιπὸν αὐτοὶ οἱ δυό;

Ο Ναπολέων παραγγέλνει προσοχή. Τρέχει μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ὑπεύθυνους νὰ δώσει
κανονικὴ ἀναφορά. Ο διοικητής τοῦ λέει νὰ διατάξει «’Ανάπαυση». ᾿Αναφορά δὲ δέχεται. Δὲ
χρειάζεται.

Πρώτη φορά στὰ χρονικά του ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸ τυπικό. Ἔπειτα προσέχεις τὶς κινήσεις του:
Μαλακές. Δὲν εἶναι ἐκνευρισμένος. ᾿Αλλὰ ὁ βούρδουλας;

-Παιδιά, σηκώνεται μιὰ σιγανή βουή, συρτή, συνεχής, σὰν μυστήριο.- Ὁ διοικητής δὲν
κρατάει σήμερα βούρδουλα!…

Ἡ ἠχώ, λές, τῆς βουῆς αὐτῆς γυρίζει ἀπὸ τὴν ἄλλην ἄκρη, ἀπὸ τὴν ἑκατονταρχία τῶν
Ἑβραίων, κάπως άλλοιωμένη, τσακισμένη ἀπὸ πολύωρη τριβὴ μὲ τὸν ἀέρα:

  • Κομαντάντ, ὄχι βούρδουλος κράτησε!…

Δε σταματάει στὸ συνηθισμένο μέρος ἡ ἀκολουθία. Πηγαίνει πίσω μας. Ἐπιθεωροῦνε γύρω
γύρω τὶς σκοπιές. Ύστερα κάνουνε μιὰ βόλτα ἀνάμεσα σὲ μᾶς καὶ στοὺς Ἔς – Ἔς ποὺ
βρίσκονται πάντα γονατισμένοι, σὲ θέση βολῆς. Ἡ ἀγωνία μας ἔχει κορυφωθεῖ. Ὅλ’ αὐτὰ τ’
ἀνεξήγητα καὶ τὰ παράξενα μᾶς ἔχουν τσακίσει τὰ νεῦρα.

Ὁ Ναπολέων τὸ προσέχει αὐτό. Μᾶς πλησιάζει.

-Ο κίνδυνος, παιδιά, δὲν ἀφορᾶ ἐσᾶς!

Ἔτσι μᾶς λέει καὶ μᾶς κάνει νόημα νὰ σωπάσουμε.
-«Α! «Ώστε ὑπάρχει ἕνας κίνδυνος, σ’ ὅλην αὐτὴ τὴν Ιστορία, ποὺ ἀπειλεῖ κάποιους… Καὶ
ποιοὺς λοιπόν;

Σ’ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ σημεῖο τῆς ἀγωνίας ἔρχεται παστρικὴ καὶ ξάστερη ἡ πληροφορία:
Πρόκειται να τουφεκιστοῦνε 200 ἀπὸ τὸ θάλαμο 1. Ὅλος ὁ θάλαμος Νο! Γιὰ τοὺς Μολάους.
Γιὰ τὸν Γερμανό στρατηγὸ ποὺ σκοτώθηκε στοὺς Μολάους…

Ἡ πληροφορία δὲν ἔρχεται ἀπ᾿ ὁρισμένο στόμα. Λὲς κι᾿ ὁ ἀέρας, τὰ μαγνητικά κύματα,
μεταδώσανε τὸ μυστικὸ ἀπὸ κείνους ποὺ τὸ ᾿κρυβαν σὲ μᾶς ποὺ στεκόμαστε όλο ἠλεχτρισμὸ
κι’ ἀνησυχία.

«Όλη ἡ ἐξαντλητικὴ ἔρευνα, ποὺ ἔγινε ἀργότερα, ἀπάνω στὸ πρόβλημα αὐτό, κατέληγε
πάντα, πώς κανένας δὲν ἄκουσε νὰ δίνεται τέτοια πληροφορία ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τὸ
ξέρανε.

Ἡ μάζα καλεῖ τὸν Ναπολέοντα κοντά της. Ζητά μιὰν ἐξήγηση ἐπιταχτικά. Κι’ ὁ Ναπολέων
σφραγίζει, μ’ ένα νόημα κι’ ἕνα χαμόγελο, τὸ ἀκριβὲς τῆς πληροφορίας. «Όλα τὰ μάτια
στρέφονται στοὺς 260. Φρέσκοι, καλοντυμένοι, ἀτάραχοι, χωρὶς τὴν παραμικρή
νευρικότητα, παρακολου θοῦνε τὸν κατάλογο ποὺ ξεδιπλώνεται ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ διοικητή.

Μόνο ἕνα χαμόγελο σκληρό, ὅλο σαρκασμό, στὴ γέν νησή του ἀπάνω, φαίνεται ἁπλωμένο
στὰ λιοψημένα πρό σωπα τῶν παλληκαριῶν.

Βαριά, μὰ χωρὶς ἀγριάδα, ἀκούγεται ἡ φωνὴ τοῦ διοικητή. Φωνάζει κάποια ὀνόματα. Δέκα
τέσσερα ὀνόματα, ὅλα ἀπὸ τοὺς 260. Εἶναι τὰ παιδιὰ τῶν συνεργείων καὶ τοῦ μαγερειοῦ.

– Ἐσεῖς πηγαίνετε! Στὴ δουλειά του ὁ καθένας, δι-ατάζει ὁ διοικητής.

Σταματᾶ μιὰ στιγμή. Ρίχνει μιὰ ματιὰ στὸ στρατόπεδο[…]
Λέει τὸ πρῶτο κ όνομα τοῦ καταλόγου.

Μιὰ βροντερή φωνή, σὰν καμπάνα χαμηλού καμπάναριού, σκεπάζει τὰ πάντα, ἀναταράζει
τὸν ἀέρα, ταλαντεύεται στὰ φτερά της λίγο καὶ χτυπᾶ στ’ ἀπέναντι βουνά ποὺ ἀντιλαλεῖ τὸ
«Παρών» τοῦ γεροῦ παλληκαριού. Ἕνα λαστιχένιο κορμί τινάζεται, ὁρμᾶ μπρός, κάνει τρία
βήματα ἀνοιχτὰ καὶ γυρίζει ἀπότομα σὲ μᾶς.
-Ἔχετε γειά! Κουράγιο κι’ ἀξιοπρέπεια παιδιά!

Ἔτσι μᾶς ἀποχαιρετᾶ καὶ παίρνει τη θέση του.

Οἱ Γερμανοί ἀλληλοκυττάζονται. Κι΄ ὁ διοικητής μὲ τὴν Ιδια σπασμένη φωνή, συνεχίζει τὴν
ἀλυσίδα τῶν ὀνομάτων.

«Όλοι τώρα, κι’ οἱ 260, ἔχουν πάρει θέση ἀναμονῆς. Τ᾿ ἀριστερὸ πόδι μπρός, λυγισμένο τὸ
γόνατο, λές, γιὰ κάποιο ἐθνικό πρωτάθλημα σὲ διεθνή στίβο, κι’ ὄχι γιὰ θάνατο!

– Δημήτρης Ρόδης!

Ἡ ἀπάντηση στὴν κλήση τούτη δὲν εἶναι βγαλμένη ἀπὸ τὸ στῆθος ἀνθρώπου. Ἕνας
ὁλόκληρος λαός, λές, μαί νεται καὶ μουγκρίζει μέσα στὸ «παρών» αὐτό.

Δὲν εἶναι ὁ γερο-Μήτσος ὁ καπνεργάτης ποὺ ἀπαντὰ. Οἱ φάμπρικες καὶ ἡ ἐργατιὰ τῆς
Καβάλας, ἡ ἱστορία καὶ οἱ ἀγῶνες ἑνὸς καταδιωγμένου λαοῦ φωνάζουνε μέσ’ ἀπὸ τὸ γέρικο
στῆθος τ’ ἀσπρομάλλη παππού…

Η φύση γελάστηκε. Τοῦτος ὁ γέροντας ὁ ἀμίλητος τῆς ξέφυγε. Λὲς καὶ περίμενε ἑβδομήντα
χρόνια τη στιγμὴν ἐτούτη, γιὰ νὰ ὑψώσει τὸ κυρτωμένο σῶμα σὲ χυτὴ λαμπάδα, νὰ κάμει τὴ
φωνή του σήμαντρο καὶ νὰ δώσει ἀπὸ τοῦτο τὸ ἐπίσημο ἐθνικὸ βῆμα τὶς τελευταίες του
παραγγελιές :

– Ὅσοι ἀπομείνετε, πέστε στοὺς καπνεργάτες μου πὼς δὲν τοὺς πρόσβαλα!

Μὲ τ᾽ ἁπλὰ αὐτὰ λόγια ἀποχαιρετᾶ ὁ ἡρωϊκὸς αὐτὸς ἄντρας τοὺς συναγωνιστὲς καὶ τὸν τόπο
του. Δὲ θὰ ξεχάσουμε νὰ μεταφέρουμε μὲ σεβασμὸ καὶ περηφάνεια τὰ στερνὰ τοῦτα λόγια
στὴν ἀγωνιζόμενη Καβάλα μαζί με ένα στεφάνι ἀπ’ ἀγριολούλουδα τοῦ Χαϊδαριού,
ποτισμένα μὲ τὰ δάκρυα τῶν χιλιάδων ομήρων ποὺ πέρασαν, τῶν ἐκατοντάδων ποὺ
ἔφυγαν, κι’ ὅλων αὐτῶν ποὺ ἡ μνήμη ἔδωσε κουράγιο καὶ δύναμη σὲ κρίσιμες ώρες.

Ποτέ σὲ κανένα προσκλητήριο δὲν ξανάγινε αὐτό: Νὰ γυρίζει αὐτὸς ποὺ φεύγει νὰ μιλεῖ σὲ
κείνους ποὺ μένουνε [….]
Οἱ πεντάδες τῶν 260 ἀραιώνουνε. Ὑπάρχει πεντάδα ποὺ δὲν ἀπόμεινε κανένας. Τὰ κενὰ
μένουν ἀνοιχτὰ σ’ ένδειξη διαμαρτυρίας. Καὶ σ’ ἐνδειξη σεβασμοῦ γι’ αὐτοὺς ποὺ ἔφυγαν.
«Ὅσοι ἀπομένουν περιμένουνε ἀπὸ λεπτὸ σὲ λεπτὸ καὶ τὸ δικό τους ὄνομα. Είναι
προετοιμασμένοι καὶ βέβαιοι. Τοὺς ἀπομένει ὅμως μιὰ πιθανότητα νὰ ζή σουν καὶ σήμερα.
Δέκα πέντε ὀνόματα δὲ θ’ ἀκουσθοῦν. Ποιὰ θὰ εἶναι; Ποιοὶ θὰ εἶναι τὰ παιδιὰ τῆς τύχης; ῎Αν
προσπαθοῦσες μὲ τὴ συνηθισμένη ψυχολογική μέθοδο, μὲ τὰ γνωστὰ ψυχολογικά στοιχεία,

νὰ βρεῖς τὸ συναίσθημα τῆς στιγμῆς, τὸ συναίσθημα αὐτῶν ποὺ περιμένουν ἀκόμη μὲ τὴν
ἐλάχιστη πιθανότητα τῆς σωτηρίας, θὰ τὸ καθόριζες μὲ δυὸ λέξεις: κορυφωμένη ἀγωνία.

Βλέπεις πραγματικὰ πὼς δὲν εἶναι πιὰ ἤρεμοι κι’ ἀκίνητοι τοῦτοι ποὺ ἀπομένουν.
Μεταπατοῦνε, τὰ χέρια παίζουνε, τὰ μάτια ἀνησυχοῦνε κι’ ἡ ἀναπνοή εἶναι πυκνή καὶ
σύντομη.

Ὁ θάνατος εἶναι θάνατος! Τη ζωή, ὅποιος κι’ ἂν εἰσαι, τὴ διαφεντεύεις γιὰ λογαριασμό σου.
Σπάνιες εἶναι οἱ ὧρες ποὺ τὴ ζωὴ αὐτὴ τὴ δίνεις μόνος σου, ύψιστη προσφορὰ στὸν ἀγώνα
τοῦ καλοῦ.

Κάνεις τις σκέψεις αὐτὲς κι’ εἶσαι σίγουρος πὼς δὲν πέφτεις ὅξω. Ο διοικητής συνεχίζει τὰ
ὀνόματα καὶ σοῦ κάνει τὴν ἐντύπωση πὼς ἀπὸ τότε ποὺ γεννήθηκες στέκε σαι καὶ
παρακολουθεῖς τὴ σκηνὴ αὐτή, τὴν ἴδια, ἀπαράλλαχτη συνεχῶς. Οὔτε μπορεῖς νὰ
φαντασθεῖς πὼς κάποτε θὰ τελειώσει ἢ πὼς ὑπάρχει μιὰ κάποια ἀρχή.

-Π. Λ… συνεχίζει ὁ διοικητής.

Ἕνα χαρούμενο, ἄναρθρο ξεφωνητὸ ἤτανε τὸ «παρὼν» αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Το πρόσωπό
του ὅλο γελά, κυττάζοντας αὐτοὺς ποὺ πάει νὰ συναντήσει. Σὰν τὸ ψά οι σπαρταρᾶ τ’
ἀθλητικό του κορμὶ ἀπὸ συμπυκνωμένη χαρά. Ἔμοιαζε μὲ τὸ παιδάκι τὸ μικρὸ ποὺ τ’
ἀφήνουν στὸ σπίτι οἱ μεγάλοι καὶ ξαφνικά μετανοιώνουν, γυρίζουν καὶ τὸ καλοῦνε νὰ τὸ
πάρουν μαζί. Κι’ αὐτὸ γελᾶ μ’ ὅλο του τὸ πρόσωπο. Δὲν ξεχωρίζεις γέλιο τῶν ματιῶν καὶ τῶν
χειλιῶν. Ἕνα γέλιο γίνεται ὅλο, ἀπὸ τ’ ἀσχημάτιστα φρυδάκια του ὡς τὸ στοματάκι, τοὺς
σπασμούς, τὰ χερά και ποὺ χτυποῦνε κρουταλάκια, τὰ μαλλιά του ποὺ σαλεύουνε μόνα τους
καὶ τὰ ποδαράκια ποὺ ἀλλάζουν, ποὺ γυρεύουν ὅλους τοὺς χαρούμενους ρυθμούς.

-Περίμενέ μας σύντροφε! Είμαστε έτοιμοι.

Ἔτσι τὸν κατευοδώνουν οἱ ἄλλοι π’ ἀπόμειναν καὶ περιμένουν. Η ἴδια νευρικότητα
συνεχίζεται. Μόνο ποὺ ἡ ψυχολογία σου χρεωκόπησε. Ἐτοῦτοι δὲν ἀγωνιοῦνε φυσιολογικά.
Δὲν ἀνησυχοῦνε ἂν θὰ ζήσουνε ἢ ὄχι. Τρομάζουνε μὴν ἐξαιρεθοῦνε! Μὴ μείνουνε πίσω!

Τοὺς κυττάζεις κι’ ἀπορεῖς. Τρομάζεις νὰ θαυμάσεις.[…]

Σὲ κάθε ὄνομα π’ ἀκοῦς τώρα, σὲ κάθε κλήση καὶ κάθε ἀπόκριση, παίρνεις μέρος. Κι’ ἐγώ;
Ρωτᾶς. Φωνάζουν κι’ ἄλλο ὄνομα, κι ἀπορεῖς, σχεδὸν θυμώνεις, γιατί δὲν εἶναι τὸ δικό σου!

Τούτη ἡ μέρα δὲ μοιάζει μὲ τὶς ἄλλες. Δὲ μοιάζει μὲτίποτα προηγούμενο. Δὲν περιμένεις να
ξαναζήσεις τέτοια μέρα. Καὶ μ’ ὅλο σου τὸ εἶναι θέλεις νὰ σὲ πάρει μαζί της, νὰ σβήσεις μαζί
της! Ντρέπεσαι νὰ μείνεις καὶ να ζεῖς τὴ μιὰ μέρα ὕστερ’ ἀπὸ τὴν ἄλλη, νὰ κυνηγᾶς
μικροχαρές, τώρα ποὺ ἀντικρύστηκες μὲ τὸ μεγάλο, μὲ τὸ ἀσύγκριτο, μὲ τὸ τέλειο…

Ζηλεύεις αὐτοὺς ποὺ σαλτάρουν μπρός, σὰν εὐτυχισμένοι κυνηγοί, ποὺ πέτυχαν τὸν
πετούμενο στόχο. Δὲν τοὺς λυπᾶσαι πιά. Τὸ καρδιοχτύπι εἶναι ἀλλιώτικο. Χαίρεσαι νὰ ζεῖς
τὸν κίντυνο τῆς σημερινῆς ἡμέρας, Φοβάσαι ν’ ἀντικρύσεις τὴν πεζότητα τοῦ αύριο. Ὅλα
ἀλλάζουν, «Όλα σὲ προστάζουν νὰ ξεπεραστεῖς. Νιώθεις ἔτοιμος, πρόθυμος, χαρούμενος,
γιὰ ὅλες τὶς θυσίες καὶ γιὰ ὅλους τοὺς πόνους. Μόνο ποὺ δὲν ὑποφέρεις νὰ σὲ περιφρονεῖ ὁ
θάνατος!

Μιὰ φωνὴ μέσα σου: «Δὲ μπορεῖς νὰ τοὺς φτάσεις ᾿Αλλὰ εἶναι σπουδαῖο καὶ νὰ τοὺς νιώθεις.
Ζεῖς ἀπὸ τὸ δικό τους φῶς. Γίνεσαι δυνατὸς ὅσο ζεῖς τὴ δύναμή τους. Ὅσο εἶσαι παρέα τους.
Κάποτε θὰ τὸ κατορθώσεις νὰ τοὺς φτάσεις, ἂν κάμεις τὴν ἄσκηση ποὺ κάνουν αὐτοὶ εἴκοσι
χρόνια. ῎Αν δίνεις τὴ ζωή σου πρόθυμα, κάθε στι γμή, ἐπὶ εἴκοσι χρόνια. Γιὰ τὸ καλὸ καὶ τ’
ἀγαθό. Γιὰ τὴν ἀλήθεια.

Εἶναι 75 πιὰ στὴ σειρά. Ο διοικητὴς κάνει αέρα στὸ πρόσωπό του μὲ τὰ χαρτιὰ ποὺ κρατά. Κι
ὅμως τὸ πρωινό εἶναι δροσερό.

-Θεατρίνος! ᾿Ακούγεται μιὰ φωνή.

-Τάχα συγκινήθηκε! ᾿Αποκρίνεται ἄλλος.

-Βιάζεται τὸ χτῆνος νὰ τελειώσει γιὰ νὰ πάει νὰπιεῖ!

«Ὅλοι τοῦτοι ποὺ μιλοῦν ἔχουνε δίκιο. Δὲν ἔχουν πετύχει ἀκόμα τὴν προσαρμογή τους. Κι’
ὅλα τὰ κρίνουν ξώπετσα, ὅλα τὰ μετροῦν μὲ τὴ συνήθεια.[…]

Περίμενε σκυφτούς, θλιβερούς κατάδικους νὰ πορεύουνται σὰ θύματα ἐλεεινά, στὸν τόπο
τῆς ἐκτέλεσης. Καὶ βρίσκεται κοντὰ στὸ μεγαλεῖο τῶν Θερμοπυλῶν: χτενισμένοι,
φρεσκοξυρισμένοι, στολισμένοι σὰ γαμπροί, οἱ μελλοθάνατοι. Οἱ ἄοπλοι μελλοθάνατοι. Στις
Θερμοπύλες κρατοῦσαν ἕνα ὅπλο στὸ χέρι: Περίμενε νὰ δεῖ ἕνα δάκρυ! Κι ἀκούει βροντὲς
καὶ βλέπει ἀστραπές, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ καθένας φωνάζει τὸ «παρών» του κι ἐξορμᾶ γιὰ νὰ
συναντήσει τὸ θάνατο. «Έλεος»! περίμενε ν’ ἀκούσει ἢ νὰ διαβάσει σ’ ἕνα μάτι κι ἀκούει
ζητωκραυγές γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ βλέπει ὀργὴ καὶ περιφρόνηση νὰ ξεχειλοῦν τὰ φλογισμένα
μάτια γιὰ λογαριασμό του, γιὰ λογαριασμό τοῦ τόπου καὶ τῶν ἰδεῶν ποὺ ἐκπροσωπεῖ.

Ἤθελε νὰ δεῖ -τόσους μήνες πολεμᾶ γι’ αὐτὸ -μπροστά του, τὴν κρίσιμη στιγμή, τοὺς
διαλεχτοὺς ἀγωνιστὲς τοῦ Ἔθνους νὰ τρέμουνε τουλάχιστο μπροστὰ στὴν ἀπόλυτη
βεβαιότητα τοῦ θανάτου. Καὶ βρίσκει μιὰν Έλλάδα νὰ παρατάσσεται, νὰ ἑτοιμάζεται γιὰ νὰ
πολεμήσει μὲ τὸν ἀνίκητο, μὲ τὸ θάνατο, κι’ ἂς εἶναι σίγουρη πὼς θὰ πέσει. Εἶναι ὁ
τελευταῖος ἀντίπαλος, ἀφοῦ ἐνίκησε όλους τοὺς ἄλλους. Αὐτὴ τὴ στιγμή, ὁ σκληροτράχηλος
ἐκβιαστής, ὁ κορδωμένος Πρῶσσος, ὁ πιὸ γνήσιος ἐκπρόσωπος τῶν θλιβερῶν
κοσμοκρατόρων ἐβεβαιώθηκε γιὰ ἕνα πρά μα: Πὼς ἡ Γερμανία νικήθηκε. Πὼς ἡ Γερμανία
ποτὸ δὲν ἐνίκησε. Πὼς ἡ πατρίδα του καταρρέει.[…]
-Ναπολέων! Στην πρώτη γραμμή. Αυτή είναι η θέση που σου πρέπει!
Ἐκεῖ τὸν τοποθετοῦνε, γιὰ νὰ τὸν βλέπουν ὡς τὴν έστερη στιγμή τους, τοῦτο τὸν ἀσύγκριτο
ἐκφραστὴ τῶνὀνείρων καὶ τῶν πόθων τους, οἱ 260 ᾿Ακροναυπλιώτες Ἕλληνες, ποὺ στάθηκαν
τὸ ἐπιτελεῖο τοῦ Στρατοπέδου μας. Τὸ ἐπιτελεῖο τῆς Ἑλληνικῆς Μάχης. Τὸ λαμπρὸ Ἐπιτελεῖο
τῶν νικηφόρων ἀγώνων τοῦ Λαοῦ ἀπὸ τὶς 4 Αὐγούστου 1936 μέχρι τὴν 1 η τοῦ Μάη τοῦ
1944.[…]
Ο γέρο Μήτσος ὁ καπνεργάτης, ὁ Μῆτσος Ρόδης, ἀπὸ τὴν Καβάλα, ἀνοίγει τὸ χορό.

Διακόσα κορμιὰ ταλαντεύονται, μεταπατοῦνε γρήγορα, ἀνησυχοῦνε ἀπὸ τὰ νύχια ὡς τὴν
κορφή, λὲς καὶ ζητοῦνε ἀπὸ τὴ Γῆς νὰ σταματήσει ἀμέσως τὸ στριφογύρισμά της στὸ κενό.
«Αν γυρεύει, μὲ τὴν αἰώνια περιστροφή της, νὰ βρεῖ κολῶνες γιὰ νὰ στηριχτεῖ καὶ νὰ
γεφυρώσει τὸ χάος, νὰ ἐδῶ 200 κολῶνες, γι’ αὐτὸ τὸ σκοπό. Μὲ τὰ νύχια τοῦ δεξιοῦ τους
ποδιοῦ πατοῦνε στὸν πόλο τῆς Ζωῆς καὶ μὲ τ’ ἀριστερὸ φτερνίζουνε τὰ σκοτεινὰ βασίλεια
τοῦ Θανάτου. Τὸ ἔδαφος τοῦ καινούργιου χώρου ποὺ πατοῦνε, εἶναι στὸ σκοτάδι, εἶναι
χαλαρό, ἀνεξερεύνητο. Κι ὅμως πρέπει νὰ τολμήσουνε τὴν ἐξερεύνηση καὶ τὴν κατάχτηση,
γιὰ νὰ δώσουνε νόημα στην ἐφήμερη ζωή. Ταλαντεύονται. Στηρίζονται μόνο στὴ μύτη τοῦ
ἑνὸς ποδιοῦ. ᾿Αποσύρουνε τ’ ἄλλο ἀπὸ τὸ σκοτεινὸ χῶρο. Τραβοῦνε καὶ πάλι ὅλο τὸ βάρος
ἀπάνω στη Γη. Τινάζονται ψηλά, παλεύουνε μ’ αὐτὸ τὸ βάρος, παλεύουνε μὲ τὸν ἀέρα,
ξαναγγίζουνε στὴν στριφογυριζούμενη Γῆ καὶ ξανατινάζονται ψηλὰ στὸν ἀέρα.

Δὲ λέγεται πιὰ τοῦτο χορὸς ἀνθρώπων τοῦ πλανήτη μας. Εἶναι ἡ τρομερή προσπάθεια
ἄγνωστων Τιτάνων, νὰ πετύχουνε προσαρμογή στὸ γενικὸ ρυθμὸ τοῦ Σύμπαντος, στὸ γενικὸ
χορὸ τοῦ Σύμπαντος, γιὰ νὰ καταχτήσουν τὴ στιγμὴ ποὺ πρέπει νὰ σφεντονιστοῦνε στὸ
κενό, καὶ νὰ πατήσουνε μ’ ὅλο τὸ βάρος τους, ὁλόρθοι, ἕτοιμοι γιὰ θεμέλιωμα καὶ
ἀνοικοδόμηση, στὸ χαλαρό χῶρο τοῦ Θανάτου.

Σκοπός τους εἶναι νὰ πᾶνε κι’ ἐκεῖ σὰν ἀγωνιστές κι ὄχι σὰ θύματα. Σὰν καταχτητές κι ὄχι
ὑποταχτικοὶ τῶν φυσικῶν νόμων.

Τὸ πόδι τὸ ἕνα τινάζεται πάλι στὸν ἄδειο χώρο. Δισταχτικὰ ἀγγίζει καὶ προσπαθεῖ μὲ τὴν
ἀφὴ νὰ μαντέψει, νὰ εἰδοποιήσει. Ἡ ψυχὴ τὸ εἶδοποιεῖ, στη γλώσσα τὴ δική της, νὰ
σταματήσει τὰ πισωγυρίσματα καὶ νὰ τολμήσει! Τότε ἀκούγεται σὐτὴ ἡ φωνὴ καὶ στ’ αὐτιὰ
τὰ δικά μας, σὰν τραγούδι ἀπόκοσμο ποὺ μόνο τὰ λόγια του γρικοῦμε, μὰ τὴν οὐσία δὲν τὴ
νιώθουμε. Δὲν εἴμαστε ἱκανοὶ ἀκόμη. Ὁ ἀέρας ἠλεχτρίζεται λές, μεθᾶ καὶ τρα γουδᾶ καὶ
κεῖνος, μὲ τὶς ψυχὲς ποὺ δίνουνε τὶς στερνές προσταγές στὸ κορμί, γιὰ τὴν ἔφοδο.

-Ἔχε γειά, καημένε κόσμε…

Τὰ λόγια τὰ ξέρουμε καὶ μεῖς. Τὰ προσαρμόζουμε καὶ στοῦ χοροῦ τὸ ρυθμό. Μὰ εἶναι σὰ νὰ
λέμε μοιρολόι κι εἶναι σὰ νὰ παρακαλοῦμε τὸ μαγνήτη τῆς Γῆς νὰ λυπηθεῖ τὸ δοῦλο του καὶ
νὰ μὴν τὸν ἀφήσει νὰ φύγει γιὰ τ’ ἄγνωστο.

Τοῦτοι ἐδῶ, λὲς καὶ νικήσανε αὐτὸν τὸν μαγνήτη, καὶ μὲ τὸ τραγούδι τους δὲν
ἀποχαιρετοῦνε κανέναν ἀφέντη καὶ καμμιὰ δουλεία. Εἰδοποιοῦνε θριαμβευτικά, πὼς
φεύγουνε πάνοπλοι γιὰ τὴν ἐκστρατεία τῆς ζωῆς ἐναντίον τοῦ θανάτου.

Ἐμεῖς στεκόμαστε τόσο μακριά! Μόνο σὰν ὄνειρο τοὺς βλέπουμε καὶ τοὺς
ἀκοῦμε.Πραγματικοί θεατές, σ’ αὐτὴν τὴν ἀνιστόρητην Εξόρμηση, εἶναι ἄλλοι:
Ο Πέμπτος αιώνας ἀκέραιος, στέκεται, βλέπει καὶ κρατᾶ τὴν ἀναπνοή του, γιὰ νὰ μὴν
ἐνοχλήσει τοὺς καλλιτέχνες του στη σύλληψη τῆς ἀνώτατης δημιουργίας τους.

Οἱ Θερμοπύλες παρουσιάζουνε ὅπλα κι ἕνας τρανὸς Βασιλέας μιλεῖ σὲ τρακόσους
διαλεχτούς: «Προσκυνήσετε, τοὺς λέει, καὶ παραδώσετε σὲ τούτους τοὺς 200 τῶν στενῶν τὴ
φρούρηση!»

Ένας ρασοφόρος ἀπὸ τὴν ᾿Αλαμάνα ἐνθουσιάζεταν καὶ ξαναγυρεύει σπαθί!

Η σκλαβωμένη Πατρίδα τρέχει μὲ λυμένα πιὰ τὰ χέρια, ξεσκισμένο χιτώνα καὶ μαλλιὰ στὸν
ἄνεμο, γιὰ νὰ προλάβει.

-Εὐχαριστῶ! Τοὺς λέει. Τὴν ψυχή μου ἔχασα. Έσεῖς τὴ στεγάσατε ὀχτώ μαῦρα χρόνια. Στ’
ὄνομα τὸ δικό μου, σᾶς ἔσυραν οἱ ληστές στὶς φυλακές, στοὺς δρόμους τῶν μαρτυρίων καὶ
στὶς ἁλυσίδες τοῦ μεσαίωνα. ᾿Ανήμπορη, σκλάβα, χωρὶς λαλιά, σᾶς παρακολουθοῦσα.
Πρώτους ἐσᾶς θὰ θυμηθώ, διαλεχτοὶ πρόμαχοι, στη Μεγάλη Δίκη γιὰ τ’ ἀνομήματα ποὺ
κάναν στ’ ὄνομά μου. Εἶστε οἱ ἀ-σύγκριτοι τῆς ἱστορίας μου!.. Τώρα, ποὺ δὲν εἶστε πιὰ
Ἕλληνες, ἀλλὰ τοῦ κόσμου ὅλου καμάρι καὶ δόξα, μὴν ξεχνᾶτε, παιδιά μου, πὼς ἐγὼ σᾶς
ἐγέννησα!..

Αὐτὸ δὲν τὸ ξεχνοῦνε. Καὶ πατώντας τὸ στερνὸ βῆμα τοῦ χοροῦ στοῦ Χαϊδαριοῦ τὸ ἔδαφος,
τινάζονται καὶ φεύγουν σ’ ἄλλους χώρους τραγουδώντας τὴν ἀπόκρισή τους στη στερνή
παράκληση τῆς πατρίδας:

-Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη!..

Η έκδοση του βιβλίου που επάρθη το απόσπασμα, είναι από τις
«Νεοελληνικές Εκδόσεις»
-Βιβλιοθήκη του Λαού-
Αθήνα, 1963
Α.Ν.