Κλιμακώνουν τις επιθέσεις τους οι ένοπλες δυνάμεις της Υεμένης κατά των σαουδαραβικών δυνάμεων και των μισθοφόρων που υποστηρίζονται απ’ αυτές. Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεών τους τον τελευταίο ενάμιση μήνα, έχουν καταφέρει να απελευθερώσουν μια μεγάλη έκταση στα δυτικά της χώρας, που περιλαμβάνει την πόλη-λιμάνι Μόχα, καθώς και να θέσουν υπό τον έλεγχό τους το στρατηγικό ναυτικό πέρασμα στα στενά Μπαμπ-ελ Μαντέμπ (Πύλη των Δακρύων). Ταυτόχρονα, οι ένοπλες δυνάμεις της Υεμένης έχουν κυκλώσει και την Ταΐζ, την τρίτη μεγαλύτερη πόλη της χώρας, που ελέγχεται προς το παρόν από τους μισθοφόρους των Σαούντ. Οι ένοπλοι μισθοφόροι της Σαουδικής Αραβίας (η «νόμιμη αναγνωρισμένη» κυβέρνηση διεθνώς) καταρρέουν σαν χάρτινος πύργος μπροστά στην ορμητική προέλαση των ένοπλων δυνάμεων της Υεμένης.

Σε δήλωσή του την Κυριακή 11/10, ο εκπρόσωπος των Ενόπλων Δυνάμεων της Υεμένης, Ταγματάρχης Γιάχια Σαρί, ανακοίνωσε ότι οι δυνάμεις της Υεμένης πραγματοποίησαν τέσσερις στρατιωτικές επιχειρήσεις τις τελευταίες 24 ώρες, ως απάντηση σε 124 αεροπορικές επιδρομές της Σαουδικής Αραβίας, που έγιναν την προηγούμενη ημέρα στη Σαναά, την Ταΐζ, το Μαρίμπ, το αλ-Τζάουφ, την Χάτζα, την Χοντέιντα και τη Σαάντα, με τον συνολικό αριθμό των αεροπορικών επιδρομών της Σαουδικής Αραβίας να φτάνει, μετά από την τελευταία κλιμάκωση, σε 2.058. Σύμφωνα με τη δήλωση, η πρώτη επιχείρηση στόχευσε το Διεθνές Αεροδρόμιο Χαλίντ στο Ριάντ σε τρεις φάσεις, ξεκινώντας από το προηγούμενο βράδυ, διακόπτοντας την αεροπορική κυκλοφορία και αναγκάζοντας σε πλήρες κλείσιμο του αεροδρομίου. Η δεύτερη στόχευσε τον σταθμό φυσικού αερίου Σάκνταμ της Αράμκο στην Ανατολική Επαρχία, ενώ η τρίτη χτύπησε την πετρελαϊκή εγκατάσταση Αράμκο Τανάζιμπ, με τις δύο επιθέσεις να προκαλούν μεγάλες πυρκαγιές. Η τέταρτη επιχείρηση στόχευσε το Διεθνές Αεροδρόμιο Βασιλιάς Φαχντ στο Νταμμάμ, διακόπτοντας τις λειτουργίες του. Ξεχωριστά, ο Σαρί δήλωσε ότι δυνάμεις της Υεμένης εκτόξευσαν έξι βαλλιστικούς πυραύλους και δύο drones εναντίον στρατιωτικών συγκεντρώσεων της Σαουδικής Αραβίας στο Ρας αλ-Αρά και το αλ-Σουκιά, και ότι δεκάδες Σαουδάραβες στρατιώτες σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν. Επιπλέον, είπε ότι οι εναέριες άμυνες της Υεμένης ανάγκασαν αρκετούς σχηματισμούς πολεμικών αεροσκαφών της Σαουδικής Αραβίας να υποχωρήσουν χρησιμοποιώντας πυραύλους εδάφους-αέρος τοπικής κατασκευής. Προειδοποίησε, επίσης, τις διεθνείς αεροπορικές εταιρείες, υπαλλήλους, εργάτες και ταξιδιώτες να μην χρησιμοποιούν τα αεροδρόμια και τον εναέριο χώρο της Σαουδικής Αραβίας, περιγράφοντάς τα ως στρατιωτικούς στόχους, ενώ εξαίρεσε τις ιερές πόλεις της Μέκκας και της Μεδίνας.

Οι Ένοπλες Δυνάμεις της Υεμένης δήλωσαν ότι θα συνεχίσουν τις επιχειρήσεις βαθιά μέσα στη Σαουδική Αραβία και θα διατηρήσουν την διακηρυγμένη πολιτική τους του «αποκλεισμού για αποκλεισμό» και «κλιμάκωσης για κλιμάκωση» μέχρι να τερματιστεί η στρατιωτική εκστρατεία και ο αποκλεισμός της Υεμένης από τη Σαουδική Αραβία.

Οι Ανσαραλλάχ (οι οποίοι στη χώρας μας εξακολουθούν να αποκαλούνται υποτιμητικά ως τρομοκράτες ή πολιτοφυλακές Χούθι) είναι η μεγαλύτερη πολιτική δύναμη και η πραγματική κυβέρνηση της Υεμένης. Διαθέτουν έναν καλά οργανωμένο και εξοπλισμένο με σύγχρονα όπλα στρατό, που υποστηρίζεται από το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του ντόπιου πληθυσμού. Οι περιοχές που βρίσκονται υπό τον έλεγχο τους αντιστοιχούν στο 80% του πληθυσμού της χώρας.

Οι Χούθι, γνωστοί επίσημα ως Ανσαραλλάχ («Υποστηρικτές του Θεού»), είναι ένα πολιτικοστρατιωτικό κίνημα που δημιουργήθηκε στη Βόρεια Υεμένη τη δεκαετία του 1990. Ξεκίνησαν ως θρησκευτικό και πολιτιστικό κίνημα. Προέρχονται από τη θρησκευτική κοινότητα των Ζαϊντιτών, ενός κλάδου του σιιτικού Ισλάμ, που κυριαρχούσε ιστορικά στη Βόρεια Υεμένη. Σταδιακά, το κίνημα απέκτησε πολιτικά και εθνικοαπελευθερωτικά χαρακτηριστικά κατά της κυβέρνησης του προέδρου Αλί Αμπντάλα Σάλεχ, την οποία κατηγορούσε για διαφθορά και περιθωριοποίηση της Βόρειας Υεμένης, της εξάπλωσης του σαλαφιστικού Ισλάμ και της αυξανόμενης επιρροής των ΗΠΑ και της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη. Το 2004 ξέσπασε η πρώτη μεγάλη ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των Ανσαραλλάχ και του στρατού της Υεμένης. Ο πρόεδρος Αλί Αμπντάλα Σάλεχ διέταξε στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον του κινήματος. Τον Σεπτέμβριο του 2004 ο Χουσεΐν αλ-Χούθι σκοτώθηκε από κυβερνητικές δυνάμεις. Η ηγεσία πέρασε σταδιακά στον αδελφό του, Αμπντούλ Μαλίκ αλ-Χούθι, ο οποίος παραμένει επικεφαλής του κινήματος. Το 2011 στο πλαίσιο της «αραβικής άνοιξης», μαζικές διαδηλώσεις εναντίον του Σάλεχ οδήγησαν τελικά στην αποχώρησή του από την προεδρία το 2012, έπειτα από περισσότερες από τρεις δεκαετίες στην εξουσία.

Το απολυταρχικό καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας, βλέποντας τα συμφέροντά του στη χώρα να απειλούνται από το κίνημα των Ανσαραλλάχ, πραγματοποίησε στρατιωτική επέμβαση  το 2015, συγκρότησε έναν στρατιωτικό συνασπισμό με τη συμμετοχή, μεταξύ άλλων, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, της Αιγύπτου και του Μπαχρέιν.

Στόχος ήταν η ανατροπή της κυριαρχίας των Χούθι στη Σαναά και η επαναφορά φιλικής προς αυτήν κυβέρνησης. Η στρατιωτική επιχείρηση περιλάμβανε μαζικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις, αλλά και πλήγματα που κατέστρεψαν κατοικημένες περιοχές, νοσοκομεία, αγορές, δρόμους και άλλες πολιτικές υποδομές. Η καταστροφή υποδομών και η οικονομική κατάρρευση οδήγησαν εκατομμύρια ανθρώπους στην πείνα. Παράλληλα, ξέσπασε μία από τις μεγαλύτερες καταγεγραμμένες επιδημίες χολέρας, προκαλώντας μία από τις σοβαρότερες ανθρωπιστικές καταστροφές του 21ου αιώνα.

Τον Δεκέμβριο του 2017, οι επικεφαλής ανθρωπιστικών οργανισμών του ΟΗΕ ζήτησαν την πλήρη άρση του αποκλεισμού και ανέφεραν ότι η τιμή του αλευριού είχε αυξηθεί κατά 30%, η τιμή των καυσίμων είχε διπλασιαστεί, περισσότεροι από 8 εκατομμύρια άνθρωποι κινδύνευαν από την πείνα χωρίς επείγουσα επισιτιστική βοήθεια και σχεδόν 400.000 παιδιά υπέφεραν από σοβαρό οξύ υποσιτισμό. Το 2021 το Πρόγραμμα Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (UNDP) υπολόγισε επίσης ότι περίπου 259.000 από τους θανάτους που αποδίδονταν στον πόλεμο αφορούσαν παιδιά κάτω των πέντε ετών. Ο αριθμός αυτός περιλαμβάνει και θανάτους από αιτίες όπως ο υποσιτισμός και οι ασθένειες.

Σε αυτόν το συνεχιζόμενο πόλεμο ενάντια στον λαό της Υεμένης, έχει ενεργό συμμετοχή και το ελληνικό κράτος. Το 2017, επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αποκαλύφθηκε η σχεδιαζόμενη πώληση 300.000 βλημάτων πυροβολικού διαμετρήματος 105 χιλιοστών, συνολικής αξίας περίπου 66 εκατομμυρίων ευρώ, στη Σαουδική Αραβία. Η συμφωνία προωθήθηκε από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, με υπουργό τον Πάνο Καμμένο, την περίοδο που η Σαουδική Αραβία πραγματοποιούσε ήδη εκτεταμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Υεμένη. Μία ακόμη έμπρακτη στρατιωτική υποστήριξη ήταν η αποστολή ελληνικής συστοιχίας αντιαεροπορικών πυραύλων Patriot στη Σαουδική Αραβία τον Σεπτέμβριο του 2021 (με την παρουσία της να συνεχίζεται μέχρι σήμερα), επί κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας. Σύμφωνα με το ελληνικό Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, αποστολή της ελληνικής δύναμης ήταν η ενίσχυση της σαουδαραβικής αεράμυνας και η προστασία κρίσιμων ενεργειακών υποδομών από τις δίκαιες απαντήσεις των υεμενίτικων ενόπλων δυνάμεων. Τέλος, η αποστολή των Φεβρουάριο του 2024 αρχικά της φρεγάτας «Ύδρα» και στη συνέχεια της φρεγάτας «Ψαρά», στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής επιχείρησης ASPIDES για την αντιμετώπιση των επιθέσεων που πραγματοποιούσαν οι ένοπλες δυνάμεις της Υεμένης στα πλοία με κατεύθυνση το σιωνιστικό μόρφωμα του Ισραήλ, ως έμπρακτη αλληλεγγύη στο πλευρό του αγωνιζόμενου Παλαιστινιακού λαού.

Για αυτή τους την υποστήριξη στον λαό και την αντίσταση της Παλαιστίνης η Υεμένη έχει δεχθεί επανειλημμένους βομβαρδισμούς με εκατοντάδες νεκρούς τόσο από τους Αμερικάνους ιμπεριαλιστές, όσο και από τα τσιράκια τους τούς σιωναζιστές. Τα κουκιά των ιμπεριαλιστών και των υπόδουλων κρατών του Κόλπου όμως δεν βγαίνουν όπως θα ‘θελαν…