Οι τελευταίοι υπερασπιστές του Μεσολογγίου, Joseph Denis Odevaer

«Για πρώτη φορά έκανα στενή γνωριμία με κείνα τα θεριά, τον ανθό από τ’ αρματολίκι της Ρούμελης και τους Σουλιώτες, που ταπείνωσαν, στη στενή λουρίδα της γης, την αγκαλιασμένη από τη λιμνοθάλασσα, όλες τις δυνάμεις μιας αυτοκρατορίας. Πέντε ως έξι δρασκελιές τόπος χώριζε πολιορκητές και πολιορκημένους. Εδώθε μια χούφτα παλικάρια. Εκείθε τ’ ασκέρια της Τουρκιάς και της Αραπιάς, με κεφαλές δυο φοβερούς σερασκέρηδες, τον Κιουταχή και τον Μπραΐμη, με παραστάτη κι οδηγό το νου του Ευρωπαίου» .

Έτσι παρουσιάζει στο αναγνωστικό κοινό ο Δημήτρης Φωτιάδης τις στρατιωτικές αναμνήσεις του Νικόλαου Κασομούλη, ο οποίος έζησε μέσα στο Μεσολόγγι κατά τη διάρκεια της δεύτερης πολιορκίας και την ηρωική έξοδο.

Μιλάμε για το περίφημο βιβλίο του Φωτιάδη, με τον απλό κι απέριττο τίτλο «Μεσολόγγι».

Φέτος μάλιστα συμπληρώνονται 200 χρόνια από την εποποιία της πολιορκίας και της Εξόδου, σημείο το οποίο κάνει ακόμα πιο επίκαιρο το μήνυμα του Μεσολογγίου. Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο του, το οποίο εκδόθηκε το 1953 από τις εκδόσεις Ορίζοντες. Πρέπει να σημειωθεί ότι πρόκειται για έναν σπουδαίο ιστορικό, εξόριστο και κυνηγημένο από τον μοναρχοφασισμό.

Το εν λόγω βιβλίο πραγματεύεται όπως προειπώθηκε την εποποιία της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου και χωρίζεται σε τρία μέρη. Εμείς διαβάσαμε την έκδοση του 1987 από τις εκδόσεις «Ζαχαρόπουλος».

Το πρώτο μέρος εμπεριέχει την εξαιρετική εισαγωγή του, όπου παρουσιάζει τις όψεις του ξένου παράγοντα, εχθρών και φίλων της ελληνικής επανάστασης. Το δεύτερο μέρος, όπου ο ίδιος εξιστορεί τα βάσανα, τον ηρωισμό, τις νίκες των πολιορκημένων και τις μηχανορραφίες των πολιτικάντηδων, με προεξάρχων τον Μαυροκορδάτο, με τις όποιες συνέπειες, που στοίχισαν στην πορεία την νίκη υπέρ του Μεσολογγίου. Και τέλος το τρίτο μέρος όπου ο Φωτιάδης «διασκευάζει» όπως ο ίδιος σημειώνει -εκλαϊκεύει θα λέγαμε εμείς- την αφήγηση του Νικόλαου Κασομούλη από την στιγμή της άφιξης του στην Ιερά Πόλη, έως και την ηρωική του έξοδο, μαζί με τον υπόλοιπο πληθυσμό.

Το βιβλίο κλείνει με έναν κατατοπιστικό, μικρό και εξίσου εξαιρετικό επίλογο από τον Φωτιάδη.

Στο πρώτο μέρος, λοιπόν, διαβάζουμε για το προοδευτικό κλίμα που υπήρχε στους λαούς την εποχή εκείνη, και το πώς ενέπνευσε το απελευθερωτικό ελληνικό κίνημα το ρεύμα αυτό,  σε πείσμα των Ευρωπαίων αρχόντων του. Προοδευτικοί και ριζοσπάστες διανοούμενοι με την πένα τους υποστηρίζουν το δίκαιο των επαναστατημένων και μεταλαμπαδεύουν το πνεύμα του αγώνα μέσα από άρθρα και βιβλία τους. Πολλοί εκφράζουν την ανησυχία τους για την αντίδραση της Ιεράς Συμμαχίας, τον προφητικό τους προβληματισμό για τη μελλοντική ενδεχόμενη κατευθυνόμενη  παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων στα ελληνικά πεπραγμένα και φυσικά την οργή τους. Οργή που μαστιγώνει την υποκρισία των δήθεν χριστιανών βασιλιάδων που επιδιώκουν την εξόντωση των ομόθρησκών τους στην νότια Βαλκανική και τον αποτροπιασμό για τη βοήθεια τους προς τον σουλτάνο.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει η καταγραφή των παραπάνω επί του πρακτέου στον ελλαδικό χώρο, με τα σαμποτάζ από Ευρωπαίους αξιωματούχους και τη διαρκή τους συμπόρευση με τους Οθωμανούς ενάντια στους Έλληνες. Τα ντοκουμέντα αυτά είναι συγκλονιστικά  και για αυτό τον λόγο θα παρουσιαστούν μελλοντικά σε ξεχωριστή ανάρτηση.

Ο Φωτιάδης κάνει μια ανασκόπηση για την πορεία της επανάστασης, τον Κιουταχή, την έλευση του Ιμπραήμ και των πεπραγμένων της χρονιάς του 1825. Μας συστήνει τον Νικόλαο Κασομούλη και κάνει τις απαραίτητες διευκρινήσεις πάνω στη γλώσσα γραφής του τελευταίου.

Στο δεύτερο μέρος ο Φωτιάδης εξιστορεί τα γεγονότα μεταξύ 15 του Απρίλη με 28 του Ιούλη του 1825 (οπού φτάνει στην Ιερά Πόλη ο Κασομούλης). Καταπιάνεται με το ξεκίνημα της πολιορκίας, το ασκέρι του Κιουταχή, την διάταξη των πολιορκητών και την οργάνωση των πολιορκημένων. Γνωρίζουμε τους νταϊφάδες των καπεταναίων, τα ονόματα από τις θρυλικές ντάπιες, τις λίβρες των κανονιών. Μαθαίνουμε για την επιμελητεία, τα σιτηρέσια και τα μισθολόγια των μαχητών. Αλλά κυρίως διαβάζουμε για τον πόνο που μοίρασαν αυτά τα παλικάρια στους εκλεκτούς πολεμιστές του σουλτάνου, τους Χαλδούπηδες* , τους Αλβανούς μισθοφόρους με τους μπεσαλήδες αρχηγούς τους, που μπροστά στην γενναιότητα των επαναστατημένων, εγκατέλειπαν σιγά- σιγά τον Κιουταχή. Ηρωική άμυνα με ξαφνικές αντεπιθέσεις, ματωμένα γιουρούσια που διώχνανε τον εχθρό από τα χαντάκια, λαγουμιτζήδες και λαγούμια που σκορπούσανε τον μαύρο θάνατο στους αφέντες των ραγιάδων, ενώ παράλληλα παρακολουθούμε μέρα με τη μέρα, το διαβόητο «βουνό που περπατά». Ένα φιλόδοξο πολιορκητικό σχέδιο των Ευρωπαίων μηχανικών που κουβαλούσε στο ασκέρι του ο Κιουταχής, που κατεδαφίστηκε (κυριολεκτικά και μεταφορικά) από τη λεβεντουριά που υπερασπιζότανε την πόλη.

Οι ραγιάδες αποτινάσουν τη σκλαβιά στην πράξη, ενώ ο ραγιαδισμός των Μαυροκορδάτων και των υπολοίπων φερέφωνων των Άγγλων, κι όχι μόνο, στο Ναύπλιο, προετοιμάζουν την ταφόπλακα του Μεσολογγίου βάζοντας συνεχώς προσκόμματα στη βοήθεια που όλο στέλνεται, μα δεν την στέλνουν ποτέ. Η παλικαριά, οι πρωτοβουλίες του Μιαούλη και οι ηρωικές θαλασσομαχίες που ντροπιάζουν τον εχθρό, δεν φτάνουν δυστυχώς να σώσουν την πόλη, όπως θα δούμε και παρακάτω.

Στο τρίτο μέρος του βιβλίου ξεκινά η αυθεντική μαρτυρία του Μακεδόνα αγωνιστή Νικόλα Κασομούλη. Ξεκινώντας την πορεία του από το Ναύπλιο, βιώνουμε μαζί του την αγωνία της προσμονής του στο να φτάσει στην πολιορκημένη πόλη. Μόνο ο ψυχωμένος ειλικρινής αγωνιστής λαχταρά να αγκαλιάσει τον χάροντα και να βουτήξει στον θάνατο. Οι περιγραφές του είναι πραγματικά ρεαλιστικότατες. Νιώθεις δίπλα του τον συριστικό ήχο της πάλας και της κόψης του γιαταγανιού καθώς πέφτει στα κεφάλια των εχθρών. Τον αχό της μάχης, τον κρότο από τις μπαταριές, τις οβίδες που πέφτουν εκατέρωθεν. Και φυσικά απολαμβάνουμε τους σπαρταριστούς διαλόγους που ανταλλάσσουν οι μαχητές με τους πολιορκητές που παραμονεύουν έξω από τα τείχη.

Η αποθέωση των μαρτύρων του Μεσολογγίου, 
Ανώνυμος λαϊκός ζωγράφος

«Καλωσορίζουμε» μαζί του τον Ιμπραήμ και τα νεοφερμένα ευρωπαΐζοντά του ασκέρια, που συνάντησαν σύντομα και αυτοί τον χάροντα μπροστά στο Μεσολόγγι.

Τις προσπάθειες που έκανε ο Ιμπραήμ για συνθηκολόγηση και παράδοση της πόλης, τις παγίδες των Ελλήνων που στήνανε στους νέους εχθρούς, και τα στραπάτσα τους. Παράλληλα στο  Ναύπλιο οι ψαλιδόκωλοι, επίδοξοι κυβερνήτες «αγρόν ηγόραζαν» ως συνήθως. Οι τελευταίες προσπάθειες του Μιαούλη δεν τελεσφορούν, καθώς ο όγκος του εχθρικού στόλου έχει πια διπλασιαστεί μετά την έλευση των Αιγυπτίων. Η πείνα κάνει αισθητή την παρουσία της πια στο Μεσολόγγι. Παρ’ όλα αυτά τα γιουρούσια συνεχίζονται, τα μαθήματα τους  τα παίρνουν πλέον και Ευρωπαίοι αξιωματικοί, μισθοφόροι του Ιμπραήμ, οι οποίοι εισπράττουν το μεγαλύτερο μέρος της οργής των Ελλήνων οι οποίοι αφηνιάζουν στο γεγονός το ότι χριστιανοί συμπράττουν με αλλόθρησκους εναντίον χριστιανών. «Παρντόν παρντόν…»

Ο τελευταίος πολεμικός θρίαμβος των Ελλήνων στεφανώνει το νησάκι της Κλείσοβας. 130 παλικάρια κατατροπώνουν Οθωμανούς, Αιγυπτίους και Ευρωπαίους,  προκαλώντας τους 3.500 απώλειες! Τραυματίζεται ο ίδιος ο Κιουταχής, ενώ σκοτώνεται το πρωτοπαλίκαρο και δεξί χέρι του Ιμπραήμ!

Τον λόγο πια όμως τον έχει η πείνα και η ασυνεννοησία των γύρω γύρω οπλαρχηγών οι οποίοι δεν δύναται να συμπράξουν και να βοηθήσουν από τα έξω επί της ουσίας τους πολιορκημένους.

Η απόφαση πια είναι αμετάκλητη. Δεν παραδίδονται, λευτεριά η θάνατος κυριολεκτικά.

Αποφασίζεται η έξοδος/έφοδος από την πόλη. Η Μεγάλη Έξοδος του Μεσολογγίου έχει καταγραφεί ως ένα από τα πλέον συγκλονιστικά καταγεγραμμένα γεγονότα στην παγκόσμια πολεμική ιστορία. Ο Κασομούλης εξιστορεί μέρα την μέρα τις προετοιμασίες, τις συνταρακτικές αποφάσεις που κληθήκαν να πάρουν, άλλες να τις υλοποιήσουν κι άλλες όχι. Τη στιγμή της εξόδου και τις ώρες που περάσανε πολεμώντας, κερδίζοντας μέτρο το μέτρο με αίμα, τα βάσανα που δεν είχανε σταματημό μέχρι να ξαποστάσουνε κάποτε, και να κλάψουν τους συντρόφους τους, τις φαμελιές τους και τους καπετάνιους τους.

Ήδη ειπώθηκαν πολλά σε αυτή την παρουσίαση, το συναίσθημα που προκαλείται στον αναγνώστη κατά την διάρκεια και μετά το πέρας της ανάγνωσης, είναι ανείπωτο. Μας ατσαλώνει όμως η μελέτη του βιβλίου. Μας γεμίζει με αισιοδοξία για το θάρρος του λαού και τα κατορθώματά του, όταν πολεμά για το δίκιο του. Μας υπενθυμίζει την αρχή των δεινών του λαού, την αρχή της υποτέλειας στους ξένους αφέντες που δεν αφήνουν τον λαό να ανασάνει, μια ζωή.

Δύο λόγια μόνο από τον επίλογο του Φωτιάδη:

«Μπαίνουν τέλος στο Μεσολόγγι ο Κιουταχής κι ο Μπραΐμης να καμαρώσουν το έργο τους. Τους συνοδεύουν, εξόν από τους ξένους αξιωματικούς που έχουν στη δούλεψή τους, και δυο άλλες προσωπικότητες: οι πρόξενοι στην Πάτρα της Αγγλίας και της Αυστρίας, ο Φίλιπ Τζέιμς Γκριν κι ο αβάς δον Μικαρέλι. Κι οι δυο, άμα μάθανε πως έπεσε το Μεσολόγγι, τρέξανε να δώσουν τα συχαρίκια τους στους πασάδες. Ευχαριστημένοι που τα κατάφεραν οι φίλοι τους οι Τούρκοι, δεν έχουν μάτια να δουν τίποτα από τη συμφορά που απλώνεται γύρω τους. Ο πανοσιότατος δον Μικαρέλι κάθεται και σκαρώνει μιαν έκθεση στον ιππότη Μορέτι γεμάτη παινέματα για τους Τούρκους. Ανάμεσα σ’ άλλα ο «άνθρωπος αυτός του θεού» γράφει: «Τα ζευγάρια τ’ αυτια ** είναι για την ακρίβεια, τρεις χιλιάδες εκατό». Ο Γκριν βλέπει ανοιχτούς τους τάφους του Μάρκου Μπότσαρη και του στρατηγού Νορμάν και πεταμένα όξω τα κουφάρια τους. Κάθεται και βγάζει από το σκελετό του Μπότσαρη δυο δόντια και τα παίρνει για ενθύμιο.

Αυτό στάθηκε το τέλος του Μεσολογγίου. Μήτε τα τόσα ασκέρια μήτε οι τόσες αρμάδες μήτε οι τόσες τέχνες των Ευρωπαίων μήτε η αρρώστια μπόρεσαν να γονατίσουν τους υπερασπιστές του. Τους λύγισε η πείνα, που κανείς αντρειωμένος δεν τη νίκησε ποτέ. Μα ούτε και τότε παραδόθηκαν. Προτίμησαν να μείνουν λεύτεροι.

Εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το Χάρο.

«Στην πεισμωμένη μάχη

Σφόδρα σκιρτούν μακριά πολύ τα πέλαγα κι οί βράχοι,

Και τα γλυκοχαράματα, και μες στα μεσημέρια,

Κι όταν θολώσουν τα νερά, κι όταν εβγούν τ’ αστέρια.

Φοβούνται γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,

Κι οι ξένοι ναύκληροι μακριά πικραίνονται και λένε:

«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Τουρκιάς, μολύβι,

Πέλαγο μέγα βράζ’ ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι».

Διονυσίου Σολωμού, απόσπασμα από το ποίημα Ελεύθεροι Πολιορκημένοι

*Χαλδούπηδες είναι οι Τούρκοι της Μικράς Ασίας

**Τα αυτιά των δολοφονημένων Ελλήνων, μαχητών και γυναικόπαιδων που στάλθηκαν πεσκέτσι στον σουλτάνο

Α.Ν.