Ο χάροντας κι οι ανδρειωμένοι Ριζίτικο, Κρήτη

Παιδιά, κι είντα γινή-,
παιδιά, κι είντα γινήκανε του κόσμου οι γι-α-
ε νε, του κόσμου οι γι-αντρειωμένοι;
Μουδέ στσι μέσες φαίνουνται, μουδέ στσ’ αναμεσάδες.
Κάτω στην άκρη τ’ ουρανού, στην τελείωση του κόσμου,
εκειδά πύργο χτίζουνε του Χάρου να κρυφτούνε.
[Κι ο Χάρος μύγα γίνεται μπαίν’ απ’ το παραθύρι
και βρίσκ’ ομορφονιούς υγιούς, όμορφους κοπελιάρους,
κι εμπήκε κι εκοντάρευγεν ο Χάρος τσ’ αντρειωμένους.
Μα ένας νιος, χήρας υγιός, ψηλαναμπουκωμένος,
του Χάρ’ αντροκαλίζεντον, του Χάρ’ αντροκαλιέται:
«Χάρε, σαν είσαι Χάροντας, σαν είσαι παλληκάρι,
έλα να πα παλαίψομε στο σιδερένιο αλώνι,
απού ’χει πάτους σίδερα και γύρους ατσαλένιους».
Κι εφτά φορές τον έβαλεν ο νιος τον Χάρο κάτω,
πάνω στσ’ εφτά, πάνω στσ’ οχτώ, του Χάρου βαροφάνη.
Πιάνει τον νιο ’πού τα μαλλιά και κάτω τονε βάνει.
«Άφησ’ με, Χάρ’, απ’ τα μαλλιά και πιάσ’ μ’ απού τη μέση,
να ιδείς απάλιο αντρείστικο, το κάνου οι γι-αντρειωμένοι,
το κάνου οι γι-άντρες οι καλοί, οι καστροπολεμάρχοι».

αναμεσάδες: διάσελα
εκοντάρευγεν: σημάδευε, χτύπαγε με το κοντάρι
ψηλαναμπουκωμένος:έτοιμος
αντροκαλίζομαι: προκαλώ σε αγώνα
απάλιο: πάλεμα



Καλογριά γκαστρώθηκε. (Του Πορφύριου)
Εύβοια

Καλογριά γκαστρώθηκε, κάνει παιδί αντρειωμένο,
στο μήνα βγαίνει με σπαθί, στον χρόνο με ντουφέκι,
σε τρίω, τέσσερω μηνώ στον πόλεμο παγαίνει.
Η μάνα το συμβούλευε κι η μάνα του του λέγει:
«Κάνε καλά, βρε Κωσταντή, σαν τ’ άλλα παλληκάρια,
να μην το μάθ’ ο βασιλιάς και στείλει και σε πάρει».
«Μάνα μ’, εγώ τον βασιλιά σαν γάιδαρο τον πιάνω».
Ο βασιλιάς σαν τ’ άκουσε πολύ του κακοφάνη.
Το στράτευμά του σύναξε, όλα τα παλληκάρια,
και στη γραμμή τους έβαλε όλους αράδα-αράδα
κι απ’ έναν έναν τα ρωτάει κι απ’ ένανε τους λέγει:
«Ποιος είναι αξός και δυνατός τον Κωσταντή να πιάσει;»
Κανένας δεν του μίλησε απ’ όλο του τ’ ασκέρι,
ένα μικρό Βλαχόπουλο βγήκεν ανταπαντάει:
«Εγώ είμαι αξός και δυνατός τον Κωσταντή να πιάσω,
μόν’ θέλω χίλιους εμπροστά και χίλιους από πίσω,
χίλιους από τη μια μεριά, χίλιους από την άλλη».
Του δίνουν χίλιους εμπροστά και χίλιους από πίσω,
χίλιους από τη μια μεριά, χίλιους από την άλλη.
Στο δρόμο που παγαίνανε τον Θεό δοξάζαν όλοι,
όλοι το Θεό δοξάζανε και το σταυρό τους κάνουν.
«Θε μου, να βρούμε τον Κωστή στο στρώμα ν’ αρρωσταίνει,
να ’χει και το ντουφέκι του στον μάστορα παεμένο,
να ’χει και το σπαθάκι του κομμάτια καμωμένο,
να ’χει και το σκυλάκι του στον άλυσο δεμένο».
[Πήγανε και τον βρήκανε καθώς περικαλάνε
και βρίσκουνε τον Κωσταντή στο στρώμα ν’ αρρωσταίνει,
είχε και το σπαθάκι του κομμάτια καμωμένο,
είχε και το ντουφέκι του στον μάστορα παεμένο.
«Ώρα καλή σου, Κωσταντή».
«Καλώς τα παλληκάρια.
Βάλε, μάνα μ’, ψωμί, φαΐ να φάν’ τα παλληκάρια».
«Εμείς δεν ήρθαμ’ για φαΐ να φάμε και να πιούμε,
ο βασιλιάς μας έστειλε δεμένο να σε πάμε».
«Μετά χαράς σας, βρε παιδιά, δεμένο να με πάτε,
και δέσετε τα χέρια μου μ’ εφτάδιπλο σιτζίμι,
να ράψετε τα μάτια μου με δυο λογιού μπιρσίμι,
να μη με πάτε απ’ τα στενά, απ’ τη μεγάλη χώρα,
γιατ’ έχω εχτρούς και με παινούν, φίλους και με λυπούνται».
«Για το πείσμα σου, Κωστή, στη χώρα θα σε πάμε».
Εκεί που τον περνούσανε σ’ ένα στενό σοκάκι,
βγήκε και τον ανταπαντά η κόρη που αγάπα.
«Ρε μούντζες, στρούντζες, ρε Κωστή, με την παλληκαριά σου,
δεν το ’λπιζα, δεν το ’λεγα δεμένο να σε πάνε».
Ο Κωσταντής εθύμωσε και τράνταξε τα χέρια
και το σιτζίμι έσπασε και γίνηκε κομμάτια,
ετράνταξε τα μάτια του και λιώνει το μπιρσίμι.
Χρυσό σπαθάκι τράβηξε απ’ αργυρό θηκάρι,
έρχεται βόλτα μια φορά και κόβει χίλιους άντρες,
έρχεται δυο και τρεις φορές και κόβει τρεις χιλιάδες.
Κι ένα μικρό Βλαχόπουλο τ’ αφήνει για σημάδι
να πά’ να πει του βασιλιά, να δώσει το χαμπέρι.
«Αν έχει αρνιά και κάτσικα, εμένα να τα στείλει,
εγώ είμ’ αξός και δυνατός να του τα πελεκήσω».

αξός: Πολλές λέξεις παρουσιάζονται στο κείμενο παρατονισμένες. Αυτό συμβαίνει όταν η μελωδία, ακολουθώντας το ισχυρό του ρυθμού, τονίζει τη λέξη σε άλλη συλλαβή από την κανονική της ομιλίας, προσαρμόζοντάς τη στα μέτρα του μέλους.
σιτζίμι: γερός σπάγγος από καννάβι, τουρκ. sicim
μπιρσίμι: μεταξωτό νήμα, τουρκ. ibrişim

Η μεταγραφή των στίχων έγιναν από το αρχείο της Δόμνας Σαμίου

Τα ακριτικά τραγούδια είναι η ζωντανή μουσική μνήμη του λαού μας, ένας απόηχος του βυζαντινού μεσαιωνικού ελληνισμού. Ο απόηχος μάς έρχεται από το τέλος τουλάχιστον της πρώτης χιλιετηρίδας και είναι τα παλαιότερα τραγούδια του απέραντου μουσικού πλούτου του λαού. Πράμα εξωφρενικό εάν σκεφτούμε ότι ο θεσμός των Ακρίτων καθιερώθηκε και ισχυροποιήθηκε όπως τον ξέρουμε, κατά τη διάρκεια των αραβοβυζαντινών πολέμων, 7ο με 10ο αι. Τι βαθιά και ισχυρή είναι η προφορική παράδοση! Έτσι ακόμα και σήμερα βρίσκουμε ακριτικά τραγούδια, παραλογές, απ’ άκρη σ’ άκρη του ελληνισμού. Από την Ήπειρο έως τον Πόντο και την Καππαδοκία. Στα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη, έως και την Κύπρο.

Οι ακρίτες είχαν ως αποστολή την φύλαξη των παραμεθόριων περιοχών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τις άκρες τις, εξ ου η ονομασία. Τους παρείχαν τον οπλισμό, όπως και εκτάσεις που είχαν το καθήκον να καλλιεργούν. Το πόστο τους ήταν σημαντικό, αποκρούαν τους επιδρομείς και καθυστερούσαν τους εισβολείς μέχρι να φτάσει ο τακτικός στρατός. Ο ρόλος τους σταδιακά αποδυναμώθηκε και καταργήθηκε με την έλευση της «παλαιολόγιας» περιόδου.

Τα κατορθώματά τους εξυμνήθηκαν από τον λαό. Η σημαντικότητα του ρόλου τους, τους ανέβαζε στο φαντασιακό των ανθρώπων σε όντα με υπεράνθρωπες δυνάμεις, συνομιλητές με στοιχεία της φύσης, με άλογα που έτρωγαν σίδερα, με σπαθιά άνοιγαν τα βουνά στην μέση. Ο ένδοξος θάνατος του ξακουστού πολεμιστή επέρχεται μετά από την πάλη με τον χάρο σε μαρμαρένια αλώνια, και την πρόκληση φυσικών φαινομένων.

Στα μάτια του λαού είναι γίγαντες, αγέρωχοι, πανέμορφοι. Με μεγάλη καρδιά και καλοσύνη. Αψηφούν τον κίνδυνο, μπαίνουν στη φωτιά χορεύοντας, και κοιτούν με περιφρόνηση κατάματα, ακόμα και τον ίδιο τον χάροντα… Πριν λίγο καιρό είδαμε στα αλήθεια πως ήταν στην πραγματικότητα τα πρόσωπα των θρυλικών αυτών πολεμιστών.

Πως είναι το αγέρωχο βλέμμα του πολεμιστή που περιγελά τον θάνατο. Βρέθηκαν οι φωτογραφίες τους, στα χέρια ενός συλλέκτη φωτογραφικών ντοκουμέντων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στο Βέλγιο. Οι φωτογραφίες των μελλοθάνατων κομμουνιστών που εκτελέστηκαν στο Θυσιαστήριο της Λευτεριάς στο Σκοπευτήριο την Πρωτομαγιά του 1944.

Οι ακρίτες ήσαντε όντως όπως τους φανταζόμασταν, οι νεκροί διακόσιοι ήσαντε όπως τους βλέπαμε στην φωτιά του απελευθερωτικού αγώνα. Όμορφοι, παλικάρια, πανώριοι και λεβέντες.

Η ομορφιά του κόσμου, που δεν μαραίνεται, αλλά αντιθέτως ανθίζει στην ελπίδα του κόσμου.

Είστε το φως στο μαύρο σκοτάδι της εκμετάλλευσης και της αδικίας.
Αντάρτης, κλέφτης, παλικάρι, είναι ο ίδιος ο λαός

Α.Ν.