Ο ρεαλισμός είναι ένα ρεύμα με παρουσία στην τέχνη για πολλές δεκαετίες. Εμφανίστηκε τον 19ο αι. και απάντησε στο ρεύμα του ρομαντισμού,  απεικονίζοντας τη σκληρή πραγματικότητα.

Ως πολιτικοποιημένοι άνθρωποι και εμείς, έχουμε αγαπήσει τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, μάς έχει συντροφεύσει στη ζωή μας. Τον γνωρίσαμε μέσα από τη Σοβιετική Ένωση, σε όλες τις μορφές τέχνης Και φυσικά εδώ στην Ελλάδα, ποιος δεν έκλαψε, ποιος δεν συγκλονίστηκε με τους στίχους του Βάρναλη, με τα χαρακτικά του Τάσσου, τους πίνακες του Σεμερτζίδη, την πένα του Λουντέμη.

Εκεί που δεν έχουν σταθεί όμως πολλοί κριτικοί τέχνης αλλά για εμάς είναι τόσο αυτονόητο και τόσο ξεκάθαρο, είναι ο ρεαλισμός που εμπεριέχει η λαϊκή τέχνη και ειδικά η λαϊκή μουσική.

Η λαϊκή μουσική, ούσα φτιαγμένη από τους ανθρώπους του λαού και προορισμένη για τον ίδιο το λαό δεν επιχείρησε ποτέ να ωραιοποιήσει καταστάσεις, να αμβλύνει αισθήματα και να χρυσώσει χάπια. Αντιθέτως, όταν ήθελε να «δραπετεύσει» από την μιζέρια -σε φαντασιακό φυσικά επίπεδο- το έκανε σκωπτικά και με ειλικρίνεια. Είτε με τον «εξωτισμό» είτε με τον αυτοσαρκασμό της φτώχειας του. Ο ρεαλισμός των λαϊκών συνθετών, μίλησε για τα βάσανα, για τις κακουχίες για τις πτυχές της σκληρής καθημερινότητας των ανθρώπων του λαού.

Είναι πολλοί οι συνθέτες για τους οποίους θα μπορούσαμε να μιλήσουμε, θα σταθούμε όμως στον Γιώργο Μητσάκη, ο οποίος μέσα από τα τραγούδια του και τους στίχους του, έχει δώσει συγκλονιστικά φωτογραφικά, κινηματογραφικά και σκηνοθετικά, εικόνες, που μόνο η εργατική τάξη θα μπορούσε και μπορεί να βιώσει ακόμα.

Ο Γιώργος Μητσάκης, Κωνσταντινουπολίτης στην καταγωγή, έρχεται στην Ελλάδα το 1935 και το 1939 εγκαθίσταται μόνιμα στον Πειραιά, την μάνα του λαϊκού τραγουδιού. Εκεί ξεκινά και κάνει τις πρώτες του συνθέσεις με πιο γνωστό από αυτά το βιωματικό τραγούδι του «Το κομπολογάκι», το οποίο ηχογραφεί μετά τον πόλεμο. Είναι ένας από τους κορυφαίους εκπροσώπους του λαϊκού τραγουδιού με εκατοντάδες  τραγούδια στα οποία ως κατά κύριο λόγο γράφει και τη μουσική και του στίχους.

Ας δούμε, λοιπόν, κάποια παραδείγματα του λαϊκού ρεαλισμού μέσα από τραγούδια του Μητσάκη.

Δύο εμβληματικά τραγούδια της ελληνικής ναυτοσύνης, των Ελλήνων θαλασσομάχων είναι τα παρακάτω: «Ο ναύτης» και «Ο Νικόλας ο ψαράς» που συνδημιούργησε μαζί με τον Βασίλη Τσιτσάνη, ο οποίος γράφει την μουσική. Στο πρώτο καταγράφονται οι αγωνίες του πρωτόβγαλτου ναύτη στη ζωή της θάλασσας, με τις αγωνίες και τα άγχη που έχει δίνοντάς μας μία εικόνα, ένα ψυχογράφημα αυτών που δουλεύουνε πάνω στην «κουβέρτα» του καραβιού. Στο δεύτερο τραγούδι βιώνουμε την κλασική τραγωδία της μάνας που χάνει τους δικούς της ανθρώπους στη θάλασσα. «Μπρος στο ακρογιάλι στέκεται μία μάνα μαυροφόρα». Ένας συγκλονιστικός στίχος, μια εικόνα χίλια νοήματα.

Ο λαϊκός συνθέτης δεν θα μπορούσε να μην καταγράψει το φαινόμενο του αλκοολισμού που μάστιζε και μαστίζει ακόμα τα λαϊκά στρώματα που μέσω της κατάχρησης προσπαθούν να ξεχάσουν τις πίκρες, τους καημούς, τα βάσανα και τις συμφορές. Δύο εξαιρετικά τραγούδια, είναι το πασίγνωστο «Καπηλειό» που βλέπουμε ολοκληρωμένα τη φωτογραφία του υπόγειου καπηλειού και τον απένταρο μπεκρή που στέκει έξω προσμονώντας ένα ποτήρι κρασί. Στο δεύτερο τραγούδι με τον τίτλο «Μπεκρής» έχουμε μια ρεαλιστική εικόνα ενός ανθρώπου που περιφέρεται μέσα στο κρύο του χειμώνα, ψάχνοντας να βρει ανοιχτή ταβέρνα, ώστε να μπει και να συνεχίσει να πίνει.

Έχουμε τραγούδια που περιγράφουν ολοζώντανα την ανθρώπινη μοναξιά, αίσθημα έντονο κατά τη διάρκεια του εμφυλίου. Το χιλιοτραγουδισμένο «Κάτω από το σβηστό φανάρι», εμπνευσμένο από εικόνες της κατοχής, βρίσκει την κατάλληλη στιγμή, ώστε να γίνει η σύνθεση και να πάρει τον δρόμο του για τις ψυχές του λαού. «Νύχτωσε και στην Αθήνα». Μια «ζωγραφιά» του αστικού νυχτερινού αστικού τοπίου, που αναδεικνύει τη μοναξιά και την ψυχοσύνθεση του ατόμου κάτω από τα αστέρια του θόλου του στερεώματος.

Τέλος, να σταθούμε στο μετεμφυλιακό κλίμα που συντρίβει την ψυχή. Αποτυπώνεται με τον αποχαιρετισμό του κατάκοιτου μελλοθάνατου αποκλεισμένου ασθενή στο «Πέφτουν τα φύλλα απ’ τα κλαριά». Εικόνες ζωντανές, εικόνες που έχουν βιώσει στο πετσί τους οι παλιότερες γενιές.

Αποτυπώνεται και στο φάσμα της νέας ξενιτιάς που αρχίζει πια στα μέσα της δεκαετίας του ‘50, με νέους πια προορισμούς τη Δ. Γερμανία και την αχανή Αυστραλία. «Όταν θα λάβεις αυτό το γράμμα». Ίσως οι εικόνες του να μην αντιστοιχούν σε αυτό που πραγματευόμαστε σε ετούτο εδώ το άρθρο; Πιθανόν. Όμως μια προσωπική εμπειρία συγγενικού προσώπου του γράφοντος, το καθιστά χρήσιμο στη συμπερίληψή του, όσον αφορά στην άμεση σύνδεση του λαϊκού τραγουδιού με τους ίδιους τους ανθρώπους του λαού. Ήταν το 1956 όπου βγήκε και ο δίσκος, μια συνδημιουργία του πολύ νέου τότε Ζαμπέτα στη μουσική με τον Μητσάκη στους στίχους. Στο λιμάνι της Πάτρας, κόσμος μαζεμένος στην προβλήτα, περιμένει να επιβιβαστεί. Βαλίτσες, μπαγκάζια και φτωχά υπάρχοντα ακουμπισμένα στο πλάι. Προορισμός είναι η Αυστραλία. Η σύνθεση του κόσμου είναι ως επί τω πλείστον παιδιά της αγροτιάς του Μωριά, μουτζουρωμένα εργατόπαιδα, οικογενειάρχες που έφτυναν αίμα άντρες και γυναίκες στα χωράφια και τα βοσκοτόπια. Καμία χαρά, κανένας ενθουσιασμός, καμία προσμονή. Καμία ελπίδα φωτός δεν μπορεί να διαπεράσει τη μαυρίλα της αβεβαιότητας. Και εκεί στην παγωμένη στιγμή της αναμονής, κάποιος νέος που σε λίγες στιγμές μετά θα περνούσε από την μπουκαπόρτα στην ταυτότητα του μετανάστη, αρχίζει και τραγουδά:

«Όταν θα λάβεις αυτό το γράμμα,

εγώ θα είμαι πολύ μακριά,

και θα πιστέψεις πως δε χωράνε 

δύο αγάπες σε μια καρδιά

Όταν θα λάβεις αυτό το γράμμα

τότε θα κλάψεις με μαύρο κλάμα»

Και έτσι το ατομικό γίνεται ξαφνικά συλλογικό, και αρχίζει αυτή η μάζα των ανθρώπων, να κλαίει. Άλλοι γοερά, άλλοι στα πνιχτά. Γιατί αυτή είναι η τέχνη του λαού μας κι ο πολιτισμός του. Θεία κοινωνία και μεταλαβιά ψυχής.

Α.Ν.