
Μεταξύ συμβολισμών και γεγονότων, εικόνων και ονείρων, ξεδιπλώνεται το μυθιστόρημα «Πύρινη άνοιξη» της Σαχάρ Χαλίφα (εκδ. Καστανιώτης, 2009). Μέσα απ’ τις σελίδες του βιβλίου της ξετυλίγεται σαν κουβάρι η ιστορία του παλαιστινιακού λαού. Στην αρχή μέσα απ’ τα αθώα μάτια ενός τραυλού παιδιού, ενός παιδιού αδύναμου, που έπρεπε να γίνει πιο δυνατό, ενός παιδιού που μεγάλωσε, όπως χιλιάδες άλλα, πριν την ώρα του…
Η αγάπη του μικρού Παλαιστίνιου Άχμαντ αλ-Κασάμ για μια εβραιοπούλα απ’ τον κοντινό εποικισμό, η ιστορία της οικογένειάς του, πρόσφυγες απ’ τη Νάκμπα, ένας πατέρας γερός στα πόδια και τις πεποιθήσεις του, ένας αδερφός μεγαλύτερος, χαμένος στα όνειρα του να γίνει καλλιτέχνης, ένας μεγάλος τραγουδιστής, πέρα απ’ τα σύνορα της πατρίδας του, η Νάμπλους, με τα αρχαία τείχη της και τις ομορφιές της κι ο Άχμαντ, ένα ντροπαλό παιδί με μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι…
Και ξαφνικά, η έκρηξη. Μέσα στα σκληρά χρόνια της Δεύτερης Ιντιφάντα, μέσα στην πύρινη άνοιξη του 2002, που οι Ισραηλινοί επιτέθηκαν με λύσσα, τσακίζοντας τα πάντα στο πέρασμά τους, ο Άχμαντ συλλαμβάνεται επειδή τρύπωσε στον εποικισμό για να βρει το κλεμμένο του γατάκι – η πρώτη προδοσία απ’ την πρώτη παιδική αγάπη. Και θα επακολουθήσουν κι άλλες…
Η πολιορκία της Νάμπλους, της Ραμάλα, της Τζενίν, ένας εχθρός πάνοπλος να σπέρνει θάνατο, οι οργανώσεις της αντίστασης, η ενότητα του παλαιστινιακού λαού, το ξαφνικό «άνδρωμα» ενός μικρού παιδιού μέσα απ’ τα βασανιστήρια και τη φυλακή, ενός παιδιού που έπαψε να τραυλίζει αλλά έμαθε να μυρίζει τον θάνατο, καμμένη σάρκα και οστά, κι όλα να γυρίζουν, πολιορκία, πείνα, δίψα, πόνος, πίστη, ταυτότητα, αγώνας… Και παράλληλα το Όσλο, η Παλαιστινιακή Αρχή, η διαφθορά, η ήττα, η προδοσία, ο μεγαλύτερος αδερφός που μπαίνει στον αγώνα, η μετεξέλιξή του μέσα απ’ την προσωπική φρουρά του Αραφάτ, φιλοδοξίες, διάβρωση, διαφθορά και εν τέλει χαμένες ελπίδες και όνειρα για ειρήνη, όνειρα για Παλαιστίνη ελεύθερη.
Η συγγραφέας συνθέτει μια πολύμορφη, δυνατή αφήγηση με εικόνες –πραγματικές– μέσα απ’ την πολιορκία του αρχηγείου του Αραφάτ καθώς και απ’ την πολιορκία της αρχαίας πόλης της Νάμπλους, ανακατεμένη με τις σκέψεις και τις επιθυμίες των πρωταγωνιστών, στην πλειοψηφία τους νέα παιδιά που στάθηκαν ο καθένας στο δικό του μετερίζι του αγώνα, με αγωνία και αγάπη για την πατρίδα τους την Παλαιστίνη. Η Σοάντ, η δυναμική νεαρή που πάλεψε κι αυτή κυριολεκτικά και μεταφορικά, με σκέψεις για την αγάπη, τον γάμο, τον έρωτα, την πατρίδα, πάνω απ’ όλα την πατρίδα. Να παντρευτεί τον αγαπημένο της απ’ τα παιδικά της χρόνια, τον επαναστάτη, και να ζήσει μια κυματώδη ζωή γεμάτη δυσκολίες, ή να συμβιβαστεί με έναν που θα της πρόσφερε ηρεμία και σταθερότητα; Μα όχι. “Άραγε αυτό ήταν η αγάπη; Κι ακόμα περισσότερα. Αφού εκείνος ήταν γι’ αυτήν ο άνδρας, ο άνθρωπος, και η κατεχόμενη πατρίδα. Ένας άνδρας που αγαπούσε με πάθος, ένας άνδρας που υπερασπιζόταν μέχρι θανάτου τις πεποιθήσεις του”.
Ο τραυματισμένος Μάτζιντ, έχοντας διαλυμένο κρανίο, καθώς προσπαθούσαν να τον κρύψουν απ’ τα εχθρικά μάτια, οι συγκλονιστικές εικόνες της πολιορκίας της πόλης, της βίας των Ισραηλινών, οι νεκροί, οι τραυματίες, τα ακρωτηριασμένα μέλη, η έλλειψη προμηθειών, η φωτιά, οι βομβαρδισμοί… Και μέσα σ’ όλα η εικόνα της Παλαιστίνιας μάνας, της Παλαιστίνιας γυναίκας, που στέκεται αγέρωχη, ανάμεσα σ’ όλο τον πόνο και την καταστροφή, που περιθάλπει όλα τα παιδιά σαν να ταν δικά της παιδιά, που τα θρηνεί σαν δικά της… Η μετάβαση του πατέρα από την σθεναρή του στάση στο τσάκισμα, βλέποντας με πόνο τα παιδιά του να γλιστράνε προς τον θάνατο, η δεύτερη Ιντιφάντα ακόμα πιο βίαιη, η παράδοση της σκυτάλης του αγώνα απ’ την παλιά γενιά στη νεότερη, που δεν έχει κάτι να χάσει γιατί δεν έχει τίποτα…
«Οι Εβραίοι, λοιπόν, έπρεπε να προετοιμαστούν για μια συνάντηση με το θάνατο, όταν η μάχη θα γινόταν στην επιφάνεια της γης, έξω απ’ τα τοιχώματα των τανκς και των τεθωρακισμένων οχημάτων, έξω από τα φτερά των Απάτσι και των αεροπλάνων.
Για κείνους, θα ήμασταν σαν τους δαίμονες… Θα τους αιφνιδιάζαμε πίσω απ’ τα σπίτια, μέσα στο σκοτάδι, από πάνω κι από κάτω, θα ορμούσαμε σαν τα τζίνια, θα τους δείχναμε το θάνατο και θα τους κάναμε να δούνε άστρα μες στο μεσημέρι.
Η μάχη όμως δεν έγινε ποτέ. Οι Εβραίοι παρέμειναν μέσα στα τανκς, τα τεθωρακισμένα οχήματα και τ’ αεροπλάνα, πετώντας βόμβες και ρουκέτες απ’ τα τεθωρακισμένα τέρατά τους μέσα στα σοκάκια. Ένα απ’ αυτά τα τέρατα ήτανε πολυώροφο σαν κτήριο με τρεις ή περισσότερους ορόφους και δεν έβλεπες τίποτ’ άλλο, εκτός απ’ τα κανόνια του, τις κεραίες και τις κάμερές του, που φωτογράφιζαν από ψηλά, διεισδύοντας στο σκοτάδι και το φως.
Ύστερα, υπήρχαν και οι τύποι σαν τον Αΐσα, τον Μούσα κι όσους τους είχανε πουλήσει, είχαν ανατρέψει τις παγίδες που προσπάθησαν να στήσουν και είχαν αφοπλίσει τις νάρκες που είχαν τοποθετήσει. Οι νέοι φώναξαν: «Προδοσία! Προδοσία!» κι έτρεξαν να κρυφτούν από τις φλόγες. Ένας κομάντο αυτοπυρπολήθηκε δίπλα σ’ ένα τανκ και πολλές άλλες ηρωικές απόπειρες έγιναν, αλλά το κύμα από τις λεγεώνες, τα τανκς, τα λέιζερ και τα τεθωρακισμένα οχήματα σηκώθηκε σαν μουγκρητό στον αέρα και μέσα στα σοκάκια, σαρώνοντας, καίγοντας, κατατροπώνοντας κι ανατινάζοντας τα πάντα. Οι φλόγες θέριεψαν και τα κτήρια κατέρρευσαν… ενώ οι Εβραίοι ούρλιαζαν μέσα από τα μεγάφωνα: «Παραδοθείτε! Παραδοθείτε! Λαέ της Ναμπλούς, πόρνες, ήρθαμε να σας σκίσουμε!» Και οι νέοι φώναζαν: “Κρυφτείτε στην καρδιά της αγοράς! Κρυφτείτε!”.
Ένας κρύφτηκε, ένας άλλος έμεινε πίσω, ένας τρίτος μαρτύρησε στη θέση του κι ένας τέταρτος κρύφτηκε πίσω απ’ τους τοίχους, ώσπου τους γκρέμισαν πάνω στο κεφάλι του και στα κεφάλια των άλλων ανθρώπων. Άντρες φώναζαν, γυναίκες ούρλιαζαν, τραυματίες και παιδιά θρηνούσαν. Η κατάσταση ήταν τρομακτική, η πόλη και οι άνθρωποι πανικόβλητοι. Σαν σεισμός -όπως αυτούς που βλέπουμε στον κινηματογράφο και στις ταινίες τρόμου- σαν εισβολή από το διάστημα ή, όπως έχουμε ακουστά να λένε, σαν τη μέρα της τελικής κρίσης, τη μέρα της Ανάστασης».
Όλες αυτές οι εικόνες φέρνουν στον νου ένα πράγμα: τις σημερινές εικόνες της Γάζας, της γενοκτονίας σε ζωντανή σύνδεση, της αντίστασης των μαχητών με τα σανδάλια, ενός ολόκληρου λαού που αντιστέκεται με την απλότητά, την πίστη του και την αγάπη του για τη γη…
«Η Παλαιστίνη ήταν η μητέρα, η καρδιά της μητέρας, το στήθος της μητέρας και η μήτρα της μητέρας. Υπήρχε μάνα χωρίς την Παλαιστίνη; Όχι φυσικά. Τότε η Παλαιστίνη ήταν η μητέρα όλων των μανάδων».
Χ.