Όπως σχεδόν κάθε χρόνο, έτσι και φέτος μνημονεύουμε με μια ξεχωριστή ανάρτηση, την ημερομηνία ορόσημο, 2 Φλεβάρη του 1943. Ημέρα που παραδόθηκε και επίσημα η 6η στρατιά της Βέρμαχτ (τα κουρέλια της), στον ηρωικό Κόκκινο Στρατό, στη σπουδαιότερη μάχη της ανθρωπότητας,  στο Στάλινγκραντ.

Αυτή την φορά θα σταθούμε σε ένα όχι παλιό βιβλίο, μα πλέον δυσεύρετο και δύσκολο να βρεθεί στα βιβλιοπωλεία. Το βιβλίο «η μάχη του Στάλινγκραντ», του κομμουνιστή αντιφασίστα Γερμανού ποιητή Έριχ Βάινερτ.

Εκδόθηκε από τις εκδόσεις Φιλίστωρ το 2003 και η μετάφραση είναι του Τίμου Παπακώστα. Ο πρωτότυπος τίτλος είναι «Memento Stalingrad», ο οποίος σημαίνει: «να θυμάσαι/στην μνήμη του Στάλινγκραντ» και εμπεριέχει μια πολύ ιδιαίτερη όψη της τιτάνιας αυτής σύγκρουσης.

Πρόκειται για την προσπάθεια των Γερμανών αντιναζιστών (οι οποίοι ζούσαν στην ΕΣΣΔ ως πολιτικοί πρόσφυγες εκδιωγμένοι από την πατρίδα τους), να καταφέρουν να πείσουν τους συμπατριώτες τους, στρατιώτες της Βέρμαχτ, να παραδώσουν τα όπλα τους. Συγκεκριμένα παρουσιάζονται οι προσωπικές σημειώσεις εν είδη ημερολογίου, του ποιητή Έριχ Βάινερτ. Βερολινέζος κομμουνιστής, βετεράνος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, μέλος του Κ.Κ. Γερμανίας από το 1929, συνεχώς υπό καθεστώς διώξεων μετά την άνοδο των Ναζί, έως το 1937 όπου συμμετέχει με τις Διεθνείς Ταξιαρχίες στον πόλεμο της Ισπανίας, ενάντια στους φασίστες του Φράνκο.

Έπειτα από την κράτησή του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γαλλία, μένει στη φιλόξενη Σοβιετική Ένωση, όπου δεν σταματά να πολεμά με την πένα του τον ναζισμό. Από την έναρξη της ναζιστικής εισβολής στην ΕΣΣΔ το 1941, ηχογραφεί ραδιοφωνικές εκπομπές, δίσκους γραμμοφώνου, συντάσσει καλέσματα και ποιήματα, που στοχεύουν στο μυαλό των στρατιωτών της Γερμανίας, προσπαθώντας να σπείρει τον σπόρο της αμφιβολίας και να τους εξηγήσει το αδιέξοδο της ναζιστικής κοσμοθεωρίας που αργά ή γρήγορα θα τους φέρει στην καταστροφή. Τον Νοέμβρη του 1942 και αφού πλέον ο Κόκκινος Στρατός έχει κλείσει την λαβίδα γύρω από το Στάλινγκραντ για τα καλά, αποστέλλεται από τη διοίκηση, στην πόλη με σκοπό πια να πείσει τους πολιορκούμενους πια στρατιώτες, να παραδοθούν και να μην χαθούν άσκοπα ζωές.

Στην ομάδα συμμετέχει μεταξύ άλλων ο συγγραφέας Βίλλυ Μπρέντελ καθώς και ο μετέπειτα πρόεδρος της Ανατολικής Γερμανίας Βάλτερ Ούλμπριχτ. Εκεί εφάρμοσαν την απευθείας φωνητική προπαγάνδα. Προσέγγιζαν τις εχθρικές θέσεις με ειδικά μεγάφωνα τα οποία ήταν προσαρμοσμένα σε οχήματα. Μέσω αυτών μεταδιδόταν ο εκάστοτε λόγος που εκφωνούσε ο Βάινερτ.

Άμεσοι λόγοι που εξηγούσαν στρατιωτικά την απελπιστική θέση στην οποία είχε περιέλθει ο ναζιστικός στρατός, οδηγίες παράδοσης στον Κόκκινο Στρατό, ποιήματα και τελεσίγραφα.

Τα αποτελέσματα δεν ήταν φυσικά αυτά που προσδοκούσαν. Η φήμη που είχαν διασπείρει οι αξιωματικοί περί εκτέλεσης των αιχμαλώτων ,όταν αυτοί πέσουν στα χέρια του Κόκκινου Στρατού και η ναζιστική κοσμοθεωρία που θεωρούσε τους Σλάβους υπανθρώπους, είχαν βαθιά εντυπωθεί στις συνειδήσεις των στρατιωτών.

Δεν έλειψαν όμως αυτοί που αυτομόλησαν, παραδόθηκαν, ενώ αρκετοί από αυτούς έθεσαν τον εαυτό τους στον αγώνα των αντιφασιστών. Κάποιοι μάλιστα επιστρέψανε εθελοντικά πίσω στις εχθρικές γραμμές, με σκοπό να πείσουν τους συναδέλφους τους, να παραδοθούν.

Στο βιβλίο διαβάζουμε, επίσης, ιστορίες Γερμανών αυτομόλων, αιχμαλώτων, τραυματιών αλλά και πάμπολλα γράμματα των οποίων οι κάτοχοι έστεκαν παγωμένοι στη στέπα του Ντον μπροστά από το Στάλινγκραντ. Στον «πτωματότοπο» όπως εύστοχα περιγράφεται στο βιβλίο.

Πέρα από την μελέτη της δράσης της ομάδας αυτής, τους κινδύνους, τους τραυματισμούς, και τις τεχνικές λεπτομέρειες των αποστολών, ο συγγραφέας εξάγει και μας παρουσιάζει διάφορα ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Ένα από αυτά είναι η διαπίστωση, μέσω των γραμμάτων των οποίων διαβάζει καθ’ όλη την διάρκεια του πολέμου, ότι η καταγωγή των στρατιωτών της Βέρμαχτ όπου απαρτίζουν την 6η επίλεκτη Στρατιά,  είναι ως επί το πλείστον από την περιφέρεια της Γερμανίας, και όχι από μεγάλα αστικά κέντρα.

Αντιγράφουμε από το βιβλίο: «Δεν χρειάζεται παρά να ρίξει κανείς μια ματιά στην κοινωνική και γεωγραφική καταγωγή των αποστολέων. Στις 1.000 διευθύνσεις π.χ. που αναγράφονταν στους φακέλους αυτών των επιστολών, μόνο 15 ήταν του Βερολίνου, 11 του Μπρεσλάου, 5 της Λειψίας, 4 της Βρέμης, 2 του Χέμνιτς, ενώ του Αμβούργου δεν υπήρχε ούτε μία. Αυτό σημαίνει πως ο Χίτλερ δεν εμπιστευόταν τους πολίτες των μεγαλουπόλεων και τους βιομηχανικούς εργάτες για τις επίλεκτες μονάδες του. Τα πιο έμπιστα σ’ αυτόν στοιχεία τα στρατολογούσε από χειροτέχνες, επαγγελματίες, μικροϋπαλλήλους και αγρότες, από μικρές πόλεις και από χωριά, δηλαδή απ’ εκείνο το μη πολιτικοποιημένο, με περιορισμένο οπτικό πεδίο εύπιστο στρώμα, με τη βοήθεια του οποίου εγκαθίδρυσε εξαρχής την εξουσία του».

Τα λέει όλα εδώ ο συγγραφέας. Μια ακόμα συνεισφορά αποδόμησης στην επιχειρηματολογία των διαφόρων αναθεωρητών και απολογητών του φασισμού, ότι τάχα ο Χίτλερ βασίστηκε στη στήριξη και μη αντίδραση της εργατικής τάξης.

Ακόμη και τότε στα 1943, μετά από μια δεκαετία ναζιστικής ισοπέδωσης του ανθρώπινου νου, ο Χίτλερ κρατάει «πισινή» με τα παιδιά των εργατών.

Μια άλλη διαπίστωση, μέσω των γραμμάτων πάλι, είναι ότι για τις θηριωδίες των ναζί δεν ευθύνονται μόνο οι ανώτεροι αξιωματικοί αλλά και πολλοί απλοί φαντάροι. Σε μια επιστολή της, μια μητέρα ανησυχεί που ο γιος της πήγαινε για κυνήγι και τόσο καιρό η μάνα νόμιζε πως κυνηγάει θηράματα, ενώ αυτός εθελοντικά συμμετέχει σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις ενάντια σε παρτιζάνους.

Σε άλλα γράμματα μιλάνε με στόμφο για τις λεηλασίες. Άλλοι για ρούχα, άλλοι για ζεστά εσώρουχα, άλλοι για φαγητά άλλοι για λαφυραγώγηση γυναικών και βιασμών. Αυτά βέβαια προσυπογράφουν για ακόμα μια φορά την βαρβαρότητα των ναζί, της σκληρής αντίδρασης του κεφαλαίου. Αυτά ακριβώς δεν βλέπουμε στη Γάζα; Βαρβάρους να φοράνε κοροϊδεύοντας σουτιέν και να ουρούν λούτρινα παιδικά παιχνιδάκια.

Οι Γερμανοί αντιφασίστες πίστευαν πως έπρεπε να κάνουν τα πάντα, ώστε να μην γνωρίσει ξανά ο κόσμος ούτε φασισμό, ούτε άλλα Στάλινγκραντ και αιματοχυσίες. Το βιβλίο το ίδιο, εκδόθηκε σε αυτό το πλαίσιο, όταν τα σύννεφα του ψυχρού πολέμου είχαν ήδη μαζευτεί πολλά. Τα πράματα πήγαν αλλιώτικα, δυστυχώς. Ακολούθησαν έτη δίσεκτα. Ένας κόσμος, ένα συνεχές λουτρό αίματος για χάρη της κερδοφορίας των λίγων και τον μεταξύ τους ανταγωνισμό των ιμπεριαλιστών.

Εμείς κρατάμε το κάθε Στάλινγκραντ, την Καισαριανή μας, τη Γάζα μας σαν κόρη οφθαλμού παρακαταθήκη μας. Φάρους αγώνα του μέλλοντός μας, επαναστατική παρακαταθήκη για τις νέες γενιές.

Και συνεχίζουμε μπροστά.

Α. N.