Είναι στιγμές που μας κάνουν να ξαναγυρίζουμε στη μνήμη. Επιστρέφουμε σε αυτήν, όχι τόσο για να νοσταλγήσουμε, όσο για να μη χάσουμε τον προσανατολισμό μας. Την λαϊκότητα, την καταγωγή μας…

Πριν λίγες μέρες ένα κηδειόχαρτο στην οδό Δρόση στου Γκύζη, έγραφε ένα όνομα: Βασίλειος Χ. ετών 89. Έφυγε ο κυρ Βασίλης, ο οικοδόμος με καταγωγή από την Πάτρα και τους τέσσερις γιους. Αυτός που, όταν ήμασταν παιδιά, μας χάζευε, καθώς μεγαλώναμε στη συνοικιακή αλαναρία και επόπτευε, όπως όλοι οι γονείς της εργατοϋπαλληλικής μας γειτονιάς, τα βλαστάρια του. Και δεν ήταν λίγα τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η νεολαία της εποχής…

Ο κυρ Βασίλης ήταν πατέρας του Αντρέα και του Γιώργου, οι οποίοι ήταν πιο κοντά στην ηλικία μου. Με τον Αντρέα ήμασταν συμμαθητές˙ καταληψίες, όταν χρειάστηκε για τα δίκαια αιτήματά μας την εποχή του κινήματος ενάντια στον νόμο Αρσένη. Ο κυρ Βασίλης παρακολουθούσε με αγωνία την αδικία που νιώθαμε, προσπαθούσε να καταλάβει πώς σκεφτόμασταν. Ακόμη και με διαφωνίες που πάντα υπάρχουν στο δίπολο γονείς- παιδιά, ήταν ένας ωραίος συνομιλητής.

Μετά, στα μεγαλώματά μας πολλές φορές που καταλάβαμε τις δυσκολίες της καθημερινότητας με δουλειές, νοίκια, κοινωνική ασφυξία, παιδιά αναγνωρίσαμε πολλές φορές τους κυρ Βασίληδες της συνοικίας μας, που ζούσαν με αξιοπρέπεια και λαϊκή μπέσα, που σήμερα λείπει. Η απλότητα και τα λίγα αλλά ουσιαστικά λόγια του κυρ Βασίλη, το πηγαίο χαμόγελο και η κοψιά του, η φιλόξενη διάθεση, όταν επισκεπτόσουν το σπιτικό του… Το κέρασμα, οι ερωτήσεις για τα δικά σου νέα, το δικό σου σπίτι… Το «πώς τα βγάζετε πέρα, αν υπάρχει μεροκάματο», που σήμερα είναι ταμπού ερώτηση και πολύ προσωπική από το φιλελευθερο-ατομιστικό οικοδόμημα, ήταν τα χαρακτηριστικά που υπήρχαν στις αγαπημένες μας συνοικίες. Ζήσαμε και μεγαλώσαμε σε αυτές. Αγαπήσαμε και αγαπάμε το Γκύζη, γιατί είναι το αστικό χωριό μας, που αλλάζει κι αυτό δυστυχώς την σύνθεση του, αλλοιώνεται ο χαρακτήρας του…

Όμως, ο κυρ Βασίλης θα παραμείνει ζωντανός μέσα στις μνήμες της συνοικίας κι εμείς θα χαμογελάμε πονηρά, όταν θα σκεφτόμαστε το τραγουδάκι «άμα θα ’ρθεις στο Γκύζη σίτι οεοεοε εκεί θα βρεις όλους τους τρελούς» που, όταν το τραγουδούσαμε για «σχιζοφρένεια», μάς κοιτούσε από τον δεύτερο όροφο στην Κάλβου δίπλα από το «Μετρό» απέναντι από τον «Ερρίκο» και γελούσε…

Γεια σου κυρ Βασίλη.

Τα πιο θερμά συλλυπητήρια στην οικογένεια

Αντρέα, όλη την αγάπη από τα «πίσω θρανία».

Γ.