
Δημοσιεύουμε την εισήγηση της Δικτύωσης στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην Παναρκαδική Ομοσπονδία. Παρά τη βροχή που απέτρεψε έναν κόσμο να την παρακολουθήσει έγινε μια πλούσια συζήτηση μεταξύ των παρευρισκομένων για το παρόν και το μέλλον της Παλαιστινιακής Αντίστασης και αναδείχτηκαν ηρωικές στιγμές πολεμικής μεγαλουργίας και θυσίας του αγωνιζόμενου παλαιστινιακού λαού. Παράλληλα προβλήθηκε βίντεο των Ταξιαρχιών αλ-Κασάμ απο τη μάχη της Τζαμπάλια που μάτωσε επί 107 μέρες τους σιωναζιστές.
Η συζήτηση έκλεισε με την υπόσχεση να συνεχίσουμε να στηρίζουμε και να προωθούμε τις θέσεις της Παλαιστινιακής Αντίστασης στην χώρα μας, ενάντια στη συμμαχία Ελλάδας-Ισραήλ που καταπατά τα αδερφικά αισθήματα του λαού μας για τον παλαιστινιακό λαό και μετατρέπει τον τόπο μας σε πίσω αυλή της κατοχικής σιωνιστικής οντότητας.
Τρία χρόνια μετά: πώς άλλαξε το Παλαιστινιακό
Φίλες και φίλοι, συντρόφισσες και σύντροφοι,
Συμπληρώθηκαν τρία χρόνια από την έναρξη της επιχείρησης Κατακλυσμός του Αλ- Ακσα την 7η Οκτώβρη του 2023 και από την έναρξη της σιωνιστικής εισβολής στην Γάζα που ακολούθησε. Από τη μέρα που χιλιάδες μαχητές των Ταξιαρχιών Ιζ ελ-Ντιν αλ-Κασάμ, του ένοπλου σκέλους του Ισλαμικού Κινήματος Αντίστασης – Χαμάς, άψογα οργανωμένοι και κινούμενοι βάσει λεπτομερούς στρατιωτικού σχεδίου που είχε εκπονήσει το Γενικό Επιτελείο τους, έσπασαν το φράχτη της απομόνωσης και χτύπησαν όλες τις βάσεις της Μεραρχίας Γάζας του σιωναζιστικού στρατού και τα κιμπούτς-στρατώνες, φτάνοντας μέσα σε ελάχιστο χρόνο στο αρχηγείο της Μεραρχίας στο Ρεΐμ και καταλαμβάνοντάς το. Τους μαχητές των Αλ-Κασάμ ακολούθησαν μαχητές όλων των υπόλοιπων αντιστασιακών παλαιστινιακών οργανώσεων.
Απόψε δεν θα σταθούμε τόσο στα γεγονότα εκείνης της ημέρας. Θα σταθούμε στο ερώτημα που απασχολεί σήμερα όλη την περιοχή και μεγάλο μέρος του κόσμου: τι άλλαξε για την Παλαιστίνη μέσα σε αυτά τα τρία χρόνια, και προς ποια κατεύθυνση; Ας ξεκινήσουμε από αυτό που δεν επιτρέπεται να ξεχνάμε. Η Γάζα έχει ισοπεδωθεί σε μεγάλο βαθμό. Πάνω από 74.000 Παλαιστίνιοι έχουν σκοτωθεί, ανάμεσά τους περίπου 25.000 παιδιά. Πάνω από 175.000 έχουν τραυματιστεί. Ολόκληρες γειτονιές, νοσοκομεία, σχολεία και πανεπιστήμια δεν υπάρχουν πια. Οι κατηγορίες για γενοκτονία και για χρήση της πείνας ως όπλου δεν είναι πια συνθήματα διαδηλώσεων. Τις εξετάζουν διεθνή αστικά δικαστήρια και τις επαναλαμβάνουν διεθνείς αστικοί οργανισμοί. Και τα πλήγματα συνεχίζονται ακόμα και σήμερα.
Παρ’ όλα αυτά, ο παλαιστινιακός λαός έδειξε μια ανθεκτικότητα που λίγοι περίμεναν. Δεν εγκατέλειψε τη γη του, και δεν παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση της ελευθερίας του. Δεμένος σαν το κρέας με το νύχι με την Αντίστασή του, συσπειρώθηκε γύρω της, δημιουργώντας ένα αρραγές εσωτερικό μέτωπο που έδωσε φτερά στους μαχητές της.
Το κεντρικό συμπέρασμα αυτών των τριών χρόνων είναι ότι το Ισραήλ, παρά τη συντριπτική στρατιωτική του υπεροχή, δεν πέτυχε τους στόχους που είχε θέσει. Αυτό δεν το λέμε μόνο εμείς. Το λένε οι ίδιοι οι Ισραηλινοί αναλυτές.
Στην επέτειο του 2025, στρατιωτικός σχολιαστής φιλοκυβερνητικού τηλεοπτικού καναλιού του Ισραήλ παραδεχόταν με πίκρα ότι η χώρα του χάνει έδαφος στο πεδίο της διεθνούς νομιμότητας. Δημοσιογράφος της κρατικής τηλεόρασης περιέγραφε το πρωινό της 7ης Οκτώβρη ως την ημέρα που ο «ισχυρότερος στρατός της Μέσης Ανατολής» βρέθηκε σε πλήρη σύγχυση. Πρώην επικεφαλής του Τμήματος Επιχειρήσεων του ισραηλινού στρατού κατηγόρησε ανοιχτά την κυβέρνηση Νετανιάχου ότι οδηγεί τη χώρα σε επιχειρήσεις χωρίς νόημα και χωρίς προοπτική. Τόνισε επίσης ότι η συνέχιση του πολέμου καταστρέφει την εικόνα του Ισραήλ διεθνώς.
Σήμερα, λίγες μέρες πριν από τις ισραηλινές εκλογές, σχεδόν κανείς πέρα από τον Νετανιάχου και τους κυβερνητικούς συμμάχους του δεν τολμά να ισχυριστεί ότι το Ισραήλ νίκησε.
Ο έφεδρος υποστράτηγος του σιωναζιστικού στρατού Γκιόρα Εϊλάντ, πρώην επικεφαλής του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας του Ισραήλ και εμπνευστής του διαβόητου «Σχεδίου των Στρατηγών» για τη βίαιη εκτόπιση όλων των Παλαιστίνιων από το βορρά της Λωρίδας, ώστε αυτός να μετατραπεί σε νεκρή στρατιωτική ζώνη, έγραψε στις αρχές της εβδομάδας:
«Σε όλες τις εκτιμήσεις της κατάστασης που πραγματοποίησε ο στρατός επί σειρά ετών, από το 2007 και μετά, από το επίπεδο διοίκησης μεραρχίας μέχρι το επίπεδο του Γενικού Επιτελείου, εκτιμούσαμε ότι, στο χειρότερο δυνατό σενάριο, θα μας επιτίθεντο ταυτόχρονα 60 μαχητές από τη Γάζα. Κανείς δεν μίλησε για επίθεση από εκατοντάδες ή χιλιάδες άτομα… Πρόκειται για μια μεγάλη αποτυχία των υπηρεσιών πληροφοριών και μια τεράστια στρατηγική αποτυχία».
Ο διασημότερος γλωσσολόγος του Ισραήλ και βραβευμένος αρθρογράφος, Ρουβίκ Ρόζενταλ, έγραψε στη Χααρέτζ: «Ο Γιάχια Σινουάρ νίκησε, νίκησε την ισραηλινή κοινωνία, και όχι για έναν χρόνο ή για τα επόμενα τρία χρόνια, αλλά για γενιές. Εξαιτίας του, η ισραηλινή κοινωνία μετατράπηκε σε τέρας».
Η πιο βαθιά αλλαγή δεν έγινε στο πεδίο των μαχών. Έγινε στην παγκόσμια κοινή γνώμη. Για πρώτη φορά στην ιστορία του, το Ισραήλ βρίσκεται απομονωμένο σε τέτοιο βαθμό. Το απομονώνουν οι λαοί που διαδηλώνουν σε κάθε γωνιά του πλανήτη, οι διεθνείς οργανισμοί, ακόμα και κυβερνήσεις που μέχρι χθες στέκονταν σταθερά στο πλευρό του.
Το βλέπουμε και στην καθημερινότητα. Λιμενεργάτες στη Γαλλία αρνούνται να φορτώσουν υλικά για την Elbit. Υγειονομικοί φορείς στη Βρετανία διακόπτουν συνεργασίες. Πανεπιστήμια, καλλιτέχνες και συνδικάτα παίρνουν θέση.
Η επιδίωξη να μετατραπεί το Παλαιστινιακό σε απλό «ανθρωπιστικό ζήτημα» απέτυχε. Το Παλαιστινιακό είναι ξανά αυτό που πάντα ήταν: ένα πολιτικό ζήτημα, ζήτημα κατοχής και αυτοδιάθεσης ενός λαού. Και βρίσκεται πλέον στην κορυφή της διεθνούς ατζέντας.
Ας θυμηθούμε πού βρισκόταν η περιοχή λίγο πριν από την 7η Οκτώβρη του 2023. Τον Σεπτέμβρη εκείνης της χρονιάς ο Νετανιάχου ανέβηκε στο βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ κρατώντας έναν χάρτη της «νέας Μέσης Ανατολής». Σε αυτόν τον χάρτη η Παλαιστίνη απλώς δεν υπήρχε. Το σχέδιο ήταν σαφές. Οι «Συμφωνίες του Αβραάμ», που είχε προωθήσει ο Τραμπ το 2020, είχαν ήδη φέρει την κανονικοποίηση των σχέσεων του Ισραήλ με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν, το Μαρόκο και το Σουδάν. Το επόμενο βήμα θα ήταν η Σαουδική Αραβία. Το Ισραήλ θα γινόταν το κέντρο ενός νέου περιφερειακού συστήματος, με εμπορικούς διαδρόμους, ενεργειακές συμφωνίες και στρατιωτικές συμμαχίες. Και το Παλαιστινιακό θα έμενε στο περιθώριο, ως ένα ζήτημα ανθρωπιστικής βοήθειας και τίποτα παραπάνω.
Τρία χρόνια μετά, αυτό το σχέδιο έχει καταρρεύσει.
Η κανονικοποίηση με τη Σαουδική Αραβία πάγωσε, και το Ριάντ δηλώνει πλέον ότι δεν θα προχωρήσει σε κανονικοποίηση των σχέσεων της με την σιωνιστική οντότητα χωρίς την ύπαρξη ενός πλάνου για την δημιουργία παλαιστινιακού κράτους που θα υλοποιηθεί μέχρι τέλους. Καμία αραβική κυβέρνηση δεν τολμά σήμερα να εμφανιστεί δημόσια ως εταίρος του Ισραήλ χωρίς να πληρώσει πολιτικό κόστος στο εσωτερικό της. Οι αραβικοί λαοί, που για χρόνια θεωρούνταν αδιάφοροι, έδειξαν ότι η Παλαιστίνη παραμένει ζωντανό ζήτημα για αυτούς.
Ταυτόχρονα, ο πόλεμος δεν έμεινε στη Γάζα. Επεκτάθηκε σε όλη την περιοχή, και σε κάθε μέτωπο τα αποτελέσματα ήταν διαφορετικά από όσα υπόσχονταν η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ.
Στον Λίβανο, παρά τα βαριά πλήγματα και τη στοχοποίηση της ηγεσίας της, η Χεζμπολά δεν αφοπλίστηκε και δεν περιθωριοποιήθηκε. Παραμένει κυρίαρχη πολιτική δύναμη στην χώρα, ενώ οι σιωνιστές αργά ή γρήγορα θα αναγκαστούν να αποσύρουν τα στρατεύματα τους από τις περιοχές που κατέχουν στον νότιο Λίβανο, όπως έκαναν το 2000 και το 2006.
Στην Υεμένη, η Ανσαραλά στάθηκε από την αρχή στο πλευρό της Γάζας, με τον αποκλεισμό της Ερυθράς Θάλασσας για τα πλοία που συνδέονται με το Ισραήλ. Αντιμετώπισε διαδοχικούς αμερικανικούς, βρετανικούς και ισραηλινούς βομβαρδισμούς, χωρίς να υποχωρήσει. Σήμερα οι δυνάμεις της κερδίζουν έδαφος και στο εσωτερικό της Υεμένης απέναντι στις δυνάμεις που υποστηρίζει η Σαουδική Αραβία.
Το Ιράν, παρά τους δύο πολέμους που εξαπέλυσαν εναντίον του το Ισραήλ και οι ΗΠΑ, δεν υποχώρησε, διαπραγματεύεται σήμερα από θέση ισχύος με τους αμερικάνους ιμπεριαλιστές και θέτει το ίδιο τους όρους μιας συμφωνίας ειρήνευσης.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, που επί δεκαετίες λειτουργούσαν ως αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος της περιοχής, βγαίνουν από αυτή την περίοδο αποδυναμωμένες. Έδωσαν στο Ισραήλ όπλα, χρήματα και διπλωματική κάλυψη, ασκώντας ξανά και ξανά βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Το κόστος ήταν η αξιοπιστία τους σε μεγάλο μέρος του κόσμου, και ιδιαίτερα στον λεγόμενο Παγκόσμιο Νότο.
Και το Ισραήλ, που θα γινόταν το κέντρο της νέας περιοχής, βρίσκεται σήμερα όλο και πιο απομονωμένο. Οι ηγέτες του κινδυνεύουν με σύλληψη σε δεκάδες χώρες λόγω του εντάλματος του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από το αν θα βρεθεί κράτος να υλοποιήσει μια τέτοια απόφαση. Η κοινωνία του είναι διχασμένη, και η εσωτερική κρίση είναι βαθιά.
Το πιο σημαντικό όμως είναι αυτό: το ζήτημα που ήθελαν να εξαφανίσουν βρίσκεται τώρα στο κέντρο. Τον Σεπτέμβρη του 2025, χώρες όπως η Γαλλία, η Βρετανία, ο Καναδάς, η Αυστραλία και η Πορτογαλία αναγνώρισαν κράτος της Παλαιστίνης. Πρόκειται για κυβερνήσεις που για δεκαετίες έλεγαν ότι η αναγνώριση θα έρθει «στο τέλος της διαδικασίας». Σήμερα, κάθε σοβαρή συζήτηση για το μέλλον της περιοχής ξεκινά από το ίδιο ερώτημα: πώς θα γίνει πραγματικότητα το παλαιστινιακό κράτος. Το παλιό παλαιστινιακό σύνθημα «δεν υπάρχει ειρήνη χωρίς δικαιοσύνη» δεν είναι πια μόνο σύνθημα. Έχει γίνει η διαπίστωση που κάνουν ακόμα και όσοι το απέρριπταν.
Η Μέση Ανατολή λοιπόν όντως αλλάζει, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που χάραζαν ο Νετανιάχου και ο Τραμπ.
Υπάρχει και μια ακόμα πραγματικότητα που πρέπει να δούμε καθαρά. Οι συμφωνίες του Όσλο στηρίχτηκαν κάποτε στο κύρος της PLO και του Αραφάτ. Σήμερα, η Παλαιστινιακή Αρχή του Μαχμούντ Αμπάς είναι απομονωμένη μέσα στην ίδια την Παλαιστίνη. Δεν μπορεί να επιβάλει τίποτα, και ούτε οι ίδιοι οι Αμερικανοί τη θεωρούν πια αξιόπιστο συνομιλητή.
Το συμπέρασμα είναι ότι καμία λύση δεν μπορεί να επιβληθεί πάνω από τα κεφάλια των Παλαιστινίων και ερήμην των πολιτικών δυνάμεων που ο ίδιος ο λαός στηρίζει. Κάθε σχέδιο που θα αγνοήσει τη βούληση του παλαιστινιακού λαού είναι καταδικασμένο να αποτύχει.
Σε αυτά τα τρία χρόνια ακούστηκε επίμονα ένα συγκεκριμένο επιχείρημα: ότι οι Παλαιστίνιοι δεν έπρεπε να συγκρουστούν με την κατοχή. Ότι το κόστος είναι δυσβάσταχτο. Ότι κάθε μορφή ένοπλης αντίστασης φέρνει μόνο περισσότερη καταστροφή και περισσότερους νεκρούς. Την καταστροφή της Γάζας την επικαλούνται ως απόδειξη ότι ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος είναι η υποταγή.
Το επιχείρημα αυτό δεν είναι καινούργιο. Το άκουσαν σχεδόν όλοι οι λαοί που αγωνίστηκαν ενάντια στην αποικιοκρατία και την κατοχή. Και σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η ιστορία το διέψευσε.
Ας θυμηθούμε το Βιετνάμ. Το 1945 ο βιετναμέζικος λαός κήρυξε την ανεξαρτησία του, και η Γαλλία προσπάθησε να ξαναστήσει την αποικιοκρατία της. Ακολούθησαν εννιά χρόνια πολέμου, μέχρι την ήττα του γαλλικού στρατού στο Ντιέν Μπιέν Φου το 1954. Ύστερα ήρθαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη του πλανήτη. Έριξαν στο Βιετνάμ περισσότερες βόμβες από όσες ρίχτηκαν σε όλο τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ψέκασαν τα δάση με τον Πορτοκαλί Παράγοντα, ισοπέδωσαν χωριά και πόλεις. Σε κάθε φάση του πολέμου υπήρχαν «ρεαλιστές» αναλυτές που εξηγούσαν ότι ένας φτωχός αγροτικός λαός δεν μπορεί να νικήσει μια υπερδύναμη. Το τίμημα ήταν τρομακτικό: περισσότεροι από δύο εκατομμύρια νεκροί Βιετναμέζοι. Όμως το 1975 ο τελευταίος Αμερικανός έφυγε από τη στέγη της πρεσβείας στη Σαϊγκόν, και το Βιετνάμ ενοποιήθηκε και έγινε ανεξάρτητο.
Ας θυμηθούμε την Αλγερία. Επί 130 χρόνια η Γαλλία τη θεωρούσε όχι αποικία αλλά αναπόσπαστο κομμάτι του γαλλικού εδάφους. Όταν ξέσπασε ο αγώνας για την ανεξαρτησία το 1954, η απάντηση ήταν μαζικές εκτελέσεις, στρατόπεδα συγκέντρωσης και συστηματικά βασανιστήρια. Και τότε δεν έλειπαν οι φωνές που έλεγαν ότι η σύγκρουση είναι παράλογη και ότι οι Αλγερινοί πρέπει να αρκεστούν σε μερικές μεταρρυθμίσεις μέσα στο γαλλικό πλαίσιο. Οι Αλγερινοί δεν τις άκουσαν. Μετά από οκτώ χρόνια πολέμου, που κόστισαν, πάνω από ένα εκατομμύριο νεκρούς, η Αλγερία κέρδισε την ανεξαρτησία της το 1962. Μέχρι σήμερα αποκαλείται «η χώρα του ενός εκατομμυρίου μαρτύρων».
Τι μας διδάσκουν αυτά τα παραδείγματα; Ότι η σύγκρουση ενός λαού με μια ισχυρότερη αποικιακή ή κατοχική δύναμη δεν κρίνεται μόνο στο πεδίο της μάχης, ούτε μετριέται με τον αριθμό των νεκρών και με το μέγεθος των καταστροφών. Κρίνεται από την αντοχή του λαού, από την απομόνωση του κατακτητή και από τη μεταβολή των διεθνών συσχετισμών. Η Γαλλία δεν ηττήθηκε στρατιωτικά στην Αλγερία με τη στενή έννοια του όρου. Ηττήθηκε πολιτικά, γιατί η κατοχή έγινε αβάσταχτη, εσωτερικά και διεθνώς. Οι ΗΠΑ δεν έφυγαν από το Βιετνάμ επειδή τελείωσαν τα όπλα τους. Έφυγαν επειδή έχασαν τη νομιμοποίηση στα μάτια του κόσμου και του δικού τους λαού. Επειδή δεν μπορούσαν να «σηκώσουν» άλλα φέρετρα σκεπασμένα με την αστερόεσσα.
Αυτή ακριβώς η διαδικασία εξελίσσεται και για το Ισραήλ μετά την 7η Οκτώβρη του 2023.
Υπάρχει και κάτι ακόμα που πρέπει να ειπωθεί. Όταν ακούμε ότι «η αντίσταση φέρνει την καταστροφή», ας θυμηθούμε ότι η καταστροφή προϋπήρχε της αντίστασης. Η Νάκμπα του 1948 ξερίζωσε πάνω από 700.000 Παλαιστίνιους από τα σπίτια τους. Το 1967 ακολούθησε η κατοχή της Δυτικής Όχθης, της Ανατολικής Ιερουσαλήμ και της Γάζας. Ακολούθησαν δεκαετίες εποικισμών, κατεδαφίσεων και διοικητικών κρατήσεων, και η Γάζα έζησε σχεδόν δύο δεκαετίες ασφυκτικού αποκλεισμού. Οι Παλαιστίνιοι δοκίμασαν διαπραγματεύσεις, δοκίμασαν τις συμφωνίες του Όσλο, δοκίμασαν τις μαζικές ειρηνικές πορείες της Μεγάλης Πορείας της Επιστροφής το 2018, που αντιμετωπίστηκαν με ελεύθερους σκοπευτές. Κανένας από αυτούς τους δρόμους δεν έφερε τέλος στην κατοχή.
Εδώ και οκτώ δεκαετίες οι Παλαιστίνιοι δείχνουν ότι δεν πρόκειται να παραιτηθούν από το δικαίωμά τους να ζουν ελεύθεροι στη γη τους. Οι φωνές της ηττοπάθειας δεν βρίσκουν απήχηση ανάμεσά τους, όπως δεν βρήκαν στους Βιετναμέζους ή στους Αλγερινούς. Η ιστορία δεν τελείωσε στη Γάζα. Συνεχίζεται.
Τρία χρόνια μετά, η Παλαιστίνη δεν είναι πια ένα ξεχασμένο ζήτημα στο περιθώριο της διεθνούς πολιτικής. Το ερώτημα για εμάς εδώ, στην Ελλάδα, είναι σε ποια πλευρά θα σταθούμε. Η ελληνική κυβέρνηση συνεχίζει την πολιτική, στρατιωτική, ακαδημαϊκή και οικονομική συνεργασία με το Ισραήλ. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε κάτι συγκεκριμένο να διεκδικήσουμε: να σταματήσει αυτή η συνεργασία, να στηρίξουμε το μποϊκοτάζ και να ενισχύσουμε το κίνημα αλληλεγγύης.
Η Παλαιστίνη θα είναι ελεύθερη. Το ζήτημα είναι πόσο γρήγορα, και πόσο θα συμβάλουμε κι εμείς σε αυτό.