Η συλλογή διηγημάτων του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου «Αρματωμένα χρόνια», η οποία κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τόπος τον Απρίλη του 2026, είναι ένα μικρό εκδοτικό διαμάντι που κατατάσσεται, κατά τη γνώμη μας, στα βιβλία που πρέπει να διαβαστούν και να κουβεντιαστούν. Αρχικά, το βιβλίο αυτό πρωτοεκδόθηκε στην Πολιτική Προσφυγιά το 1955, από τις Πολιτιστικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, εκδοτικό εγχείρημα του ΚΚΕ. Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος (1924-2008) γεννήθηκε στην Αμαλιάδα. Φοίτησε στη Νομική Σχολή στην Αθήνα μα οι σπουδές του διακόπηκαν βίαια από την αναγκαστική επιστράτευση των φοιτητών το 1947. Λιποτάχτησε και εντάχθηκε στον ΔΣΕ –κατά τη διάρκεια των μαχών κρατούσε ημερολόγιο και έγραφε χρονογραφήματα για τις μάχες. Μετά τον βαρύ τραυματισμό του συνέχισε ως πολεμικός ανταποκριτής να καλύπτει ύλη για έντυπα του ΔΣΕ. Μετά την υποχώρηση του ΔΣΕ, έζησε ως πολιτικός πρόσφυγας στη Ρουμανία και στην ΕΣΣΔ. Επαναπατρίστηκε το 1975.

Τα δέκα διηγήματα της συλλογής είναι διαποτισμένα από τη ζωή και τον θάνατο των παιδιών του λαού μας στον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία, δημοκρατία και σοσιαλισμό. Κάθε διήγημα μπορεί να μετατραπεί σε θεατρική παράσταση, σε κινηματογραφικό έργο, σε ντοκιμαντέρ, σε πίνακα ζωγραφικής, σε ποίημα. Ο Αλεξανδρόπουλος δεν πλατειάζει, δεν γράφει περιττά λόγια εντυπωσιασμού, δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με χτισμένους χάρτινους ήρωες, δεν παριστάνει τον συγγραφέα που είχε μια ουράνια έμπνευση και προσπάθησε να την ξετυλίξει με αριστοτεχνικό τρόπο στο χαρτί. Όχι. Το αντίθετο. Έβαλε τα διηγήματά του, τα μικρά αυτά αριστουργήματα σοσιαλιστικού ρεαλισμού (ας ενοχλούνται με την έννοια οι σημερινοί διαταξικοί κριτικοί τέχνης) δίπλα στον τιτάνιο αγώνα του ΔΣΕ και του λαϊκοδημοκρατικού κινήματος.

Η γραφή του, ο λαός μας. Οι μορφές που ξεπετάγονται σε μάχες, αντάρτικες συνελεύσεις, χορούς, απογοητεύσεις, χαρές και δυσκολίες, είναι οι μικροί και μεγάλοι λαογέννητοι ηγέτες που πολέμησαν τον μοναρχοφασισμό και τους Αμερικανούς ιμπεριαλιστές. Είναι όσοι και όσες έστησαν ταμπούρι ενάντια στον ναζιφασισμό, είναι η λαϊκή πρωτοπορία με μπροστάρη το ΚΚΕ, που γεννήθηκε μέσα στους αγώνες στον μεσοπόλεμο και ενάντια στον ντόπιο φασισμό.

Μέσα στα διηγήματα, που είναι άρτια από άποψη λογοτεχνικής γραφής, εμφανίζεται όλο το καταπιεσμένο υποκείμενο που εντάχθηκε στον ΔΣΕ. Οι Ηπειρώτες χωριάτες, Σίρμω και Γιώργης, ο Μπάρμπα Τρύφωνας κι ο αντάρτης γιος του, ο Θωμάς από το Σκιαδοβούνι στον Μοριά, η ένοπλη μαχήτρια, Έλλη η Σλαβομακεδόνισσα, ο βοσκός ο Κωνσταντής από την Ήπειρο και ο Γιακουμής, ο παλιός εργάτης οργανωμένος κομμουνιστής, ο Μανώλης από την Ιεράπετρα «από το ανυπόταχτο παλικαρονήσι» που λιποτάχτησε από τον μοναρχοφασιστικό στρατό για να ενταχθεί στον ΔΣΕ στην Μουργκάνα, ο έρωτας της Κατέρως από το Πωγώνι για τον συναγωνιστή Γιώργη τον Γρεβενιώτη, ο καπετάνιος «Όλυμπος», που έτσι τον ήξεραν οι Βλάχοι της Σαμαρίνας από τον καιρό του ΕΛΑΣ και δεν καταλάβαινε τη διαφορά του επιτρόπου, ο Γιάννης ο Λίτας, ο διμοιρίτης Σλαβομακεδόνας και η Μαρία η Βλάχα στη Μουργκάνα –«Ντούπι; Ντούπι… λέξη σλαβομακεδονίτικη που εδώ την καταλαβαίνουν έτσι: αγρύπνια, νυχτοπερπάτημα και ντουφεκίσματα με τον οχτρό», η νεαρή ανταρτοπούλα Φρόσω από την ηρωική Καστάνιανη, που ένωσε «μαχητές και δουλευτάδες», οι σύντροφοι της Θεσσαλίας και της Ρούμελης στα χέρια με τον Χάρο…

Κάθε πρόταση, κάθε λέξη, μάχες μικρές και μεγάλες, και στον ορίζοντα η ενότητα ενός λαού, αγρότες, βοσκοί, δασκάλοι, εργάτες, γιατροί, χτιστάδες, άντρες και γυναίκες μαζί, δίπλα στον αγώνα για τη λευτεριά και τη νίκη. Αμέτρητες δυσκολίες για κάθε έναν ξεχωριστά, φοβίες, σκέψεις, η φρίκη του πολέμου, ο ξεριζωμός, ο θάνατος, η φωτιά. Παγωμένα μάτια μπροστά σε αποκεφαλισμένους συντρόφους, σε νέα παιδιά που ξεκοιλιάστηκαν από τα όπλα των Αμερικάνων και του μοναρχοφασισμού.

Η πείνα και η ξυπολησιά, η υπεράνθρωπη προσπάθεια των μαχητών για την καθημερινή επιβίωση και με μόνιμο μέλημα να μην χαθεί η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη, να μην γίνουν σαν τους άλλους και τα κτηνώδικα εγκλήματά τους.

Τα «Αρματωμένα χρόνια» περπατάνε βήμα το βήμα από την Γκιώνα και τον Παρνασσό στο Βελούχι, από το Βελούχι στ’ Άγραφα, απ’ τα Άγραφα στον Κόζακα και στα Τζουμέρκα, στο Περιστέρι και στον Σμόλικα, ως τον Γράμμο, και μαστιγώνουν εχθρούς και «φίλους» του ένοπλου λαϊκού κινήματος. Δείχνουν τι πραγματικά μεγάλο ήταν ο ΔΣΕ για την Ελλάδα και την εθνική ανεξαρτησία της, πως χιλιάδες άνθρωποι άφησαν το βιός τους, τις οικογένειές τους, τα μέρη τους και σήκωσαν το ανάστημά τους απέναντι στην αδικία που θέλησαν να επιβάλλουν στη χώρα οι Αμερικάνοι ιμπεριαλιστές και τα ελληνικά τσιράκια τους.

Δείχνει πως τα παιδιά του λαού ήθελαν τη συμφιλίωση κι όχι τον εμφύλιο πόλεμο αλλά οι μοναρχοφασίστες ήταν αυτοί που ήθελαν να επιβάλλουν στη χώρα το συρματόπλεγμα, τη βία, την τρομοκρατία. Δεν συμφωνούμε ότι η συλλογή αυτή διαπνέεται από «επαναστατικό ρομαντισμό», όπως είναι συνηθισμένο στις μέρες μας να χαρακτηρίζεται ό,τι δεν αρμόζει στην καθωσπρέπει αριστερά, τους αναθεωρητές αλλά και τους κριτικούς που τους κάθεται βαριά η στρατευμένη τοποθέτηση ενός έργου. Όμως, όσοι και όσες έχουμε ακούσει ιστορίες από μαχητές και μαχήτριες του ΔΣΕ και έχουμε διαβάσει μαρτυρίες σε βιβλία, ξέρουμε ότι το κλίμα που γλαφυρά περιγράφει σε όλα τα διηγήματα ο Αλεξανδρόπουλος είναι ακριβώς αυτό. Γράφει σαν μαχητής. Σαν χρονικογράφος. Σαν ένας πολεμικός συγγραφέας, που τα κοράκια δεν ήταν μια έμπνευση από τα μυαλό του, αλλά είχαν γίνει σκιά του, για να τον φάνε επειδή ήταν λαβωμένος και τον περίμεναν να πέσει… «Ο ταγματάρχης είπε και στήσαμε μιαν όρθια πέτρα στην κορφή στο μνήμα κι ύστερα εκείνος έσκυψε και χάραξε σταυρωτά στην πέτρα επάνω ένα σφυρί και ένα δρεπάνι».

Εικόνες. Εκατοντάδες εικόνες. Νυχτερινές επιθέσεις. Φωτιά. Τραυματισμοί. Φωνές. Εκρήξεις. Κραυγές απελπισίας. Αντάρτικα τραγούδια και σφαίρες στον εχθρό. Άθαφτοι νεκροί. Συζητήσεις γύρω από τη φωτιά στο καλυβάκι της αντάρτικης ομάδας. Οι πόθοι, τα αστεία, τα πειράγματα, τα όνειρα, τα ψίχουλα που μοιράζονταν για μερίδα φαγητού… Και με τη φωνή του πρωτόμαχου Κοτρότσου:

«Μια βραδιά στη Νάουσα με αστροφεγγιά, μπήκανε οι αντάρτες βάλανε φωτιάαα», όλοι μαζί, δυνατά:

«Ωωω βάλανε φωτιά».

Η ανθρωπογεωγραφία που περνάει μέσα από τα «αρματωμένα χρόνια» και πορεύεται μαζί με τον ΔΣΕ ή αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στις μυλόπετρες της συνείδησης για το με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει, δικαιώνει αυτό που έλεγε ο Μαρξ ότι η συνείδηση δεν κατακτιέται από όλους με τον ίδιο τρόπο. Κι είναι εδώ η μαστοριά του Αλεξανδρόπουλου, γιατί αποδίδει πεζογραφικά τις αντιφάσεις που δημιουργούν οι σκληρές καταστάσεις του τρίχρονου εμφυλίου πολέμου και οι άνθρωποι που αγωνίζονται είναι πρώτα άνθρωποι και όχι χαρακτήρες εντυπωσιασμού έξω από το περιβάλλον που έδρασαν.

Η συντροφικότητα που διαπερνά όλο το βιβλίο είναι βγαλμένη μέσα από τη σκληρή υπέρβαση όλων για όλους, που μας τη δίνει με τον απόλυτο ρεαλισμό, μέσα στη σκληρότητα του πολέμου, μέσα στην πάλη με τη φύση, μέσα στον αγώνα με την πείνα.

«Ο Γράμμος από καιρό πια είχε παρατημένα τα παλιά του σύνορα κι άπλωνε τον μεγάλο του ίσκιο ίσαμε πέρα στην Ελλάδα κι έκλεινε συμβολικά μέσα του τη μεγάλη υπόθεση του λαϊκού αγώνα. Κι έτσι το νιώθανε τώρα, πως ετούτο ήταν ένα μήνυμα που το σάλπιζε στην Ελλάδα ολόκληρη το μεγάλο κόμμα των κομμουνιστών.»

Τα «Αρματωμένα χρόνια» είναι η αποτύπωση της εποποιίας του ΔΣΕ, είναι ένα βιβλίο που πρέπει να διαβάσει κάθε εργαζόμενος, κάθε δημοκράτης και αντιφασίστας, κάθε αντιιμπεριαλιστής, κάθε κομμουνιστής, κάθε προοδευτικός άνθρωπος για να νιώσει και να καταλάβει το ανθρώπινο υποκείμενο που πήρε τα όπλα και έδωσε τη μάχη σε έναν άνισο αλλά ηρωικό αγώνα ενάντια στον μοναρχοφασισμό και τους Αμερικάνους ιμπεριαλιστές.

Γ. Σεραφίνος