Σλίμαν Μανσούρ, Ο Ναζωραίος, λάδι σε καμβά, 1993

Το ποίημα του Γ. Γαβαλά εμπεριέχεται στον 6ο τόμο της γενικής σειράς Η ἑλληνική ποίηση, Ανθολογία Γραμματολογία, εκδ. Σόκολη, Αθήνα, 1985, σε επιμέλεια Αλέξανδρου Αργυρίου, σσ. 347-349.

Αντιγράφουμε απ’ το βιογραφικό της έκδοσης: Γεννήθηκε τὸ 1922 στὴν ᾿Αθήνα. Κατάγεται ἀπὸ τὴν ᾿Αμοργό. Ἀπὸ τοὺς ἀσπούδαχτους τῆς λογοτεχνίας μας. Ἐργάζεται σὲ δικό του τσαγκαράδικο. Ἐμφανίστηκε στὰ Ἑλληνικὰ Γράμματα μὲ τὸ ποίημα Καρτερώντας τοὺς Θεοὺς στὸ περ. «Ἐλεύθερα Γράμματα», 8.2.1946. Ἐξέδωσε τὶς ποιητικές συλλογές: Ζωγραφιὲς ἀπὸ τὸ μακρινό δάσος, 1949. Θέματα γιὰ Ποίηση (1945-1975), 1975. Συνεργάστηκε στὰ περ. «Ἐλεύθερα Γράμματα», «Θεμέλιο», «Φοιτητική Φωνή», «ὁ Αἰώνας μας», «Φιλολογική Πρωτοχρονιά», «Νεοελληνικός Λόγος».

Γιώργος Γαβαλάς

Στοιχεῖα γιὰ μιὰ καταδίκη

Ἡ σύλληψίς μου ἔγινε ὅταν
ἀνατρεπτικὲς ἰδέες κυκλοφόρησαν στὴν πόλη.
Ὁ χωροφύλαξ ἐκτελώντας προφανῶς
ὑποδείξεις ἀνωτέρων
μοῦ συμπεριφέρθη μὲ τρόπο ἄψογο,
ἐπιφυλασσόμενος.

Τότε ἦταν
ποὺ γνωρίζοντας τὸν νόμο
περὶ ψευδοῦς δηλώσεως
ἄφησα νὰ πιστευτεῖ ὅτι
ἐπάγγελμά μου ἦταν ἑστιάτωρ. 

Αἴσθηση κι ἀμηχανία τύλιξε
τοὺς κατηγόρους καὶ ἐπικριτάς μου.
Μπορῶ μάλιστα νὰ πῶ
ὅτι πρὸς στιγμήν
κέρδισα τὸ πλῆθος.
Αὐτὸ στάθηκε αἰτία ὥστε
ἡ ἐκτέλεσίς μου
ν’ ἀναβληθεῖ ἐπὶ τριήμερον.
Λέω πρὸς στιγμὴν
γιατί ὁ χωροφύλαξ
συγκεντρώνοντας ἀδιάσειστα στοιχεῖα
μὲ σφραγίδες
κι ὑψηλὲς ὑπογραφές
ἀπόδειξε
ὅτι πραγματικό μου ἐπάγγελμα
ἦταν Ὑποδηματεργάτης
γνωστὸς ἄλλωστε ταραχοποιός
καὶ ὑποκινητὴς ἀντιστάσεως
ἐναντίον εὐγενῶν καὶ παπάδων.

Κορύφωμα τοῦ κατηγορητηρίου
πάντως ἔστεκε
ἡ διεκδίκηση δεκαεξαώρου ἐργασίας
κι ὑποχρεωτικοῦ ὀχταώρου ἀναπαύσεως
ὡς καὶ τρισεβδομαδιαίου συσσιτίου.

Μάταια πιὰ ὑποκρινόμουν
τὸν ἑστιάτορα.
Ἡ ἀπόφαση εἶχε πλέον ληφθεῖ.
Θ ά ν α τ ο ς.

Τὸ κερδισμένο πλῆθος
ποὺ γλειφόμενο μὲ χαιρέταγε
προσφωνώντας με, ὁ ἑστιάτωρ,
μὴν ἐννοώντας τὰ κέρδη
ποὺ θὰ προέκυπταν ἀπ’ τὴν καθιέρωση
τῆς δεκαεξαώρου ἐργασίας
ἀρνούμενο
τοῦ τρισεβδομαδιαίου συσσιτίου
ὡς ἀνελεύθερου
καὶ προσβάλλον τὴν ἀνθρωπίνη ἀξιοπρέπεια,
μ ὲ κ α τ α δ ί κ α σ ε σ ὲ Θ ά ν α τ ο
ἐξ ἀπαγχονισμοῦ τὸ ἔτος 67 μ.Χ.
 
Ἡ ἐκτέλεσις ἔγινε σύμφωνα
μὲ τὴ νομοθεσία τῆς ἐποχῆς.
Τυπικά κρατήθηκαν οἱ κανόνες.
Μάλιστα καὶ ρωτήθηκα
ἂν τίποτα ἔμενε νὰ δηλώσω
ἂν ἐπιθυμία μου ἦτο
νὰ ἀπαγχονισθῶ ἢ νὰ λιθοβοληθώ.
Σ’ αὐτὸ ἄφηναν πλήρη ἐκλογή.

Πρωτοτυπώντας ἄλλωστε.
Γύρεψα νὰ λιθοβοληθώ.

Τὸ πρὸς στιγμὴ «κερδισμένο πλῆθος»
ἐδέχθη τὴν ἀπόφαση
μὲ ζητωκραυγές.

Ἦταν καθιερωμένο οἱ μελλοθάνατοι
νὰ γυρεύουν ἀπαγχονισμό
κι αὐτὴ ἡ ἀλλαγή συγκινήσεως
τὸ προδιέθετε πάλι ὑπὲρ ἐμοῦ.

Μάλιστα ἀπ’ αὐτὸ τὸ ἴδιο
ζητωκραυγάζον πλῆθος
πολλοί, ἀργότερα
ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμά μου
ζήταγαν γιὰ ἐκτέλεσή τους
τὸ λ ι θ ο β ο λ ι σ μ ό.