Το μυθιστόρημα «Αγκάθια και γαρύφαλλα» (εκδόθηκε από τη Δικτύωση Αλληλεγγύης στην Παλαιστινιακή Αντίσταση τον Μάρτη του 2026) του Γιάχια αλ-Σινουάρ, ενός εκ των ηγετών της Χαμάς και της Παλαιστινιακής Αντίστασης, είναι ένα πραγματικά σπάνιο και πολύτιμο ντοκουμέντο. Ο Σινουάρ το έγραψε κατά τη διάρκεια της μακράς φυλάκισης του στις σιωνιστικές φυλακές και το βιβλίο βγήκε από εκεί σελίδα-σελίδα στην κυριολεξία, κάτω από συνθήκες άκρας μυστικότητας για να μπορέσει να εκδοθεί. Όπως γράφει και ο συγγραφέας στην εισαγωγή του: «Αυτή δεν είναι η προσωπική μου ιστορία, ούτε η ιστορία ενός συγκριμένου ανθρώπου, αν και όλα τα γεγονότα είναι αληθινά… Τα έζησα και πολλά από αυτά τα άκουσα από εκείνους που τα έζησαν μαζί με τις οικογένειες τους και τους γείτονές τους για δεκαετίες στην αγαπημένη γη της Παλαιστίνης..».

Το βιβλίο διατρέχει όλη την ιστορία της Παλαιστίνης, από την ήττα των αραβικών στρατών και την κατάληψη από τους Ισραηλινούς των τελευταίων εναπομεινάντων κομματιών της παλαιστινιακής γης, τη Λωρίδα της Γάζας και τη Δυτική Όχθη το 1967, ως και τα γεγονότα της Δεύτερης Ιντιφάντα. Ο συγγραφέας, σε μορφή μυθιστορήματος και με όχημα την αφήγηση ενός μικρού παιδιού μιας πολυμελούς και ορφανής από πατέρα οικογένειας, δείχνει την καθημερινή ζωή στον προσφυγικό καταυλισμό αλ-Σάτι στη Γάζα. Στην αρχή περιγράφει το συλλογικό σοκ των κατοίκων της περιοχής που χάνουν την ελευθερία τους με την κατοχή του ‘67, με τους ξυλοδαρμούς, τον συνεχή έλεγχο και τις απαγορεύσεις κυκλοφορίας να είναι καθημερινά φαινόμενα. Μετά από λίγο διάστημα, όμως, κάνουν την εμφάνισή τους οι πρώτες πολιτικές οργανώσεις και οι πρώτοι αντάρτικοι σχηματισμοί, γεννώντας αισιοδοξία και περηφάνια στους κατοίκους. Το βιβλίο προσφέρει μια εσωτερική ματιά στη διαφορετικότητα των ιδεολογιών και στη διαπάλη τους μεταξύ των οργανώσεων, τις διαφωνίες για τη στρατηγική και τον ρόλο κάθε οργάνωσης μέσα στον εθνικό αγώνα, αποκαλύπτοντας την έντονη πολιτικοποίηση του παλαιστινιακού λαού. Ταυτόχρονα με την εμφάνιση των πρώτων οργανώσεων, η κατοχή ξεκινά μια εκτεταμένη εκστρατεία συλλήψεων και βασανιστηρίων μέσα στις φυλακές. Εκεί ξεσπάνε και οι πρώτοι αγώνες για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής και κατακτιούνται οι πρώτες νίκες, κάνοντας τις φυλακές πραγματικά σχολεία της αντίστασης.

Καθώς προχωράει η αφήγηση και μέσα από την πορεία της ζωής της οικογένειας του συγγραφέα, ερχόμαστε σε επαφή με τα ήθη, τα έθιμα, και τον τρόπο ζωής της παλαιστινιακής κοινωνίας. Βλέπουμε τον κεντρικό ρόλο που έχει ο γάμος ως θεσμός, την αγωνία της μάνας να παντρέψει τα παιδιά της, τη θέση της γυναίκας μέσα στη κοινωνία, με τη μεγάλη πλειοψηφία να φοιτά στα πανεπιστήμια και να παίρνει ενεργό ρόλο στον πολιτικό αγώνα ως μέλη φοιτητικών παρατάξεων, πολιτικών οργανώσεων κλπ. Ενδιαφέρον έχει και η αποτύπωση της, σε ορισμένο βαθμό, διαφορετικής κουλτούρας που επικρατεί σε διαφορετικά μέρη της Παλαιστίνης απόρροια και της διχοτόμησης των εδαφών της.

Σε πολιτικό επίπεδο, καθώς ο καιρός περνάει και η κατοχή εδραιώνεται, εμφανίζονται και τα πρώτα διλήμματα και εντάσεις μέσα στον λαό, όπως το κομβικό ζήτημα σχετικά με την αναζήτηση εργασίας από τους Παλαιστίνιους μέσα στα Κατεχόμενα εδάφη του ‘48, και το τι θα σήμαινε αυτό από τη μεριά τους ως προς την αναγνώριση της κατοχής. Ο συγγραφέας συνδέει την κάμψη της αντίστασης μετά τα πρώτα χρόνια με τη διάβρωση της κοινωνικής ζωής στον καταυλισμό που μένει. Αυτό οδηγεί στον ηθικό ξεπεσμό ορισμένων οι οποίοι πέφτουν στις παγίδες της κατοχής, η οποία προσπαθεί διαρκώς να βυθίσει στον βούρκο τη Λωρίδα της Γάζας και να την εκφυλίσει, ελέγχοντας και εκβιάζοντας πρόσωπα και καταστάσεις.

Η πλοκή εναλλάσσεται συνεχώς μεταξύ στιγμών από την εξέλιξη της ζωής της οικογένειας και των μελών της, χτίζοντας ένα λαογραφικό μωσαϊκό της παλαιστινιακής κοινωνίας και ταυτόχρονα δείχνει τη συνέχεια του αντικατοχικού αγώνα, που περνάει μέσα από διάφορες μορφές. Από τις φοιτητικές συνελεύσεις και τις μαζικές διαδηλώσεις και συγκρούσεις μέσα και έξω από τα πανεπιστήμια, τα ένοπλα χτυπήματα σε στρατιώτες και εποίκους, μέχρι το ακανθώδες ζήτημα της αντιμετώπισης των δωσίλογων.

Από τη μέση του βιβλίου και μετά η δράση είναι καταιγιστική και ο συγγραφέας μάς παρουσιάζει την κατάσταση που επικρατεί στην Παλαιστίνη στη διάρκεια της Πρώτης Ιντιφάντα. Οι αντιστασιακές ενέργειες διαδέχονται η μία την άλλη και παρουσιάζεται εκτενώς το κλίμα παρανομίας μέσα στο οποίο ζούνε οι μαχητές και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν για την εξεύρεση των απαραίτητων μέσων, τα οποία στην αρχή αποτελούνταν από απλά υλικά που κατασκεύαζαν μόνοι τους. Τα πρόσωπα, οι ιστορίες και η δράση τους αγκαλιάζουν ένα μεγάλο φάσμα ενεργειών και χαρακτήρων, τόσο στη Γάζα όσο και στη Δυτική Όχθη, και φαίνεται έντονα η σύνδεση μεταξύ λαού και ανταρτών, οι οποίοι είναι στη κυριολεξία σάρκα από τη σάρκα του. Απλές οικογένειες ρισκάρουν συλλήψεις και φυλακίσεις για να προσφέρουν καταφύγιο στους μαχητές, οι οποίοι έχουν την υλική και ηθική στήριξη ενός ολόκληρου λαού.

Πέρα από την περιγραφή των γεγονότων, ο συγγραφέας μέσα από τους διαλόγους των χαρακτήρων του κάνει εκτενή πολιτικό σχολιασμό και κριτική για τα γεγονότα που εξελίσσονται σε κεντρικό διπλωματικό επίπεδο. Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στο σημείο της υπογραφής των συμφωνιών του Όσλο, στις οποίες ασκεί δριμεία κριτική, και παρουσιάζει τη σύγχυση και τον διχασμό που έφεραν μέσα στον παλαιστινιακό λαό και στις οργανώσεις. Φαίνεται επίσης ξεκάθαρα το πώς άλλαξε η εσωτερική ισορροπία δυνάμεων μετά το Όσλο: η ανάδυση της ισλαμικής πτέρυγας με κύριο εκφραστή τη Χαμάς, και η σύνδεση που έχτιζε με τις μάζες όλα αυτά τα χρόνια, η σταδιακή άνοδος και η ανάληψη της πρωτοκαθεδρίας του αγώνα, καθώς ήταν εκείνη που εξέφραζε το κομμάτι της παλαιστινιακής κοινωνίας που αντιτάχθηκε στις συμφωνίες υποταγής. Η περιγραφή των πρώτων βημάτων της οργάνωσης, η δημιουργία των πρώτων ένοπλων πυρήνων από φτωχόπαιδα νεολαίους που πάσχιζαν στην κυριολεξία να αποκτήσουν έστω και ένα παλιό όπλο, αποφασισμένους να συνεχίσουν τον αγώνα με ότι έχουν, σπάει και το σάπιο αφήγημα ορισμένων καλοθελητών περί πλούσιων εμίρηδων που «ζουν στο εξωτερικό», «χρηματοδοτούμενων από το Ισραήλ» κλπ.

Το βιβλίο τελειώνει χρονικά με την έναρξη της Δεύτερης Ιντιφάντα όταν η Παλαιστινιακή Αρχή είχε πλέον δημιουργηθεί και είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση της Γάζας ελπίζοντας σε τήρηση των συμφωνιών από τους σιωνιστές. Η Αρχή επιτίθεται πλέον ανοιχτά στους αγωνιστές που επιλέγουν να συνεχίσουν στον δρόμο της ένοπλης πάλης. Τα γεγονότα που ακολούθησαν με το ξέσπασμα της Δεύτερης Ιντιφάντα έδειξαν την απόρριψη εκ μέρους του λαού των συμφωνιών αυτών, που όπως πολύ εύστοχα αναφέρει ο συγγραφέας το μόνο που έκαναν ήταν να βοηθήσουν το Ισραήλ να «κατέβει από το δέντρο…» και να ξεφύγει από τη δύσκολη θέση που το είχαν φέρει οι ενέργειες της αντίστασης.

Συμπερασματικά, το μυθιστόρημα αποτελεί στην ουσία μια ακτινογραφία της παλαιστινιακής κοινωνίας και πολιτικής από το 1967 και μετά. Μια ακτινογραφία από έναν άνθρωπο που έζησε εκ των έσω την εξέλιξη των γεγονότων ως αυθεντικό παιδί του λαού του, και είχε ενεργό ρόλο στην διαμόρφωση των εξελίξεων. Η ποικιλία και η εναλλαγή στην αφήγηση από διαφορετικά κοινωνικά πεδία αγκαλιάζουν μια πλατιά γκάμα της ζωής στην Παλαιστίνη. Από την καθημερινότητα στους προσφυγικούς καταυλισμούς, τα πανεπιστήμια, τις φυλακές, ως την παράνομη ζωή των ένοπλων ομάδων παίρνουμε μια πλήρη εικόνα της παλαιστινιακής κοινωνίας σε κάθε πεδίο της οποίας ο αντικατοχικός αγώνας δεσπόζει σαν ο σημαντικότερος παράγοντας και διαμορφωτής των εξελίξεων. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί απ’ όσους και όσες έχουν στραμμένο το βλέμμα με αγωνία στην αγαπημένη γη της Παλαιστίνης

Δ.