
26/1. Να χτυπάει το ξυπνητήρι στις 6:00. Δευτέρα. Να τσούζουν τα μάτια και να μη μπορείς να το κλείσεις να ξεκουραστείς λίγο ακόμα. Έστω να μείνεις λίγο εκεί να μην πονάει η μέση. Είναι και αυτές οι κράμπες τελευταία… Άστα τώρα αυτά και καβάλα το μηχανάκι μέσα στο κωλόκρυο να τραβηχτείς μέχρι τον Πειραιά και να παρακαλάς να μη βρέξει, που λίγο αργότερα θα το κάνει και αυτό.
«Δεν πας μόνος μέχρι τον Πειραιά», μιλάς στον εαυτό σου τώρα. Τίγκα η Πειραιώς με τα φωσφοριζέ γιλέκα πάνω σε παπιά και σκούτερ να πηγαίνουν να «πιάσουν» βάρδια στο λιμάνι και γύρω, σε κάθε πόστο, σε κάθε σκατοδουλειά. Η μόνη σκέψη που σε παρηγορεί τώρα είναι αυτοί οι άνθρωποι με αυτά τα γιλέκα με τις επωνυμίες των εταιρειών. Δεν είσαι μόνος λες, αδέρφια είναι αυτοί, είτε το αναγνωρίζουν οι ίδιοι είτε όχι. Εσύ όμως το αναγνωρίζεις. Και αυτό κάπως σε κρατάει. Όλοι για το μεροκάματο. Για να βγαίνει η ζωή σε αυτό το μεγάλο καπιταλιστικό κάτεργο.
Και εκεί που έχει ξεκινήσει η βροχή και η μέση σε τσακίζει, έρχεται μήνυμα από έναν σύντροφο: «καλημέρα, τι καλημέρα δηλαδή νεκρές εργάτριες στα Τρίκαλα από έκρηξη». Και κάθεσαι λίγο στην άκρη να μη βρέχεσαι, να πάρεις μια ανάσα, που σου κόβεται και αυτή όσο διαβάζεις λεπτομέρειες για το μαύρο αυτό νέο. Και είναι να μην κάνεις τον συνειρμό; Θα μπορούσα να είμαι εγώ. Έτσι, τώρα εδώ, που γλιστράνε οι δρόμοι… Θέλει και πολύ; Νιώθεις λες και έχασες αδερφές. Και έχασες αδερφές και απορείς: πώς σκατά θα βγει τώρα το 8ωρο; Νοιάζεται το αφεντικό σου για τις νεκρές εργάτριες; Την παραγωγή σου θέλει. Νοιάζονται έστω τα αφεντικά των νεκρών εργατριών στα Τρίκαλα; Και αυτοί παραγωγή θέλουν. Για τις κοινωνικές ανάγκες την θέλουν; Όχι. Για την κερδοφορία τους. Θα αλλάξει αυτή η κωλοκατάσταση; Ίσως, αν στην Πειραιώς το επόμενο πρωί μιλήσουμε με τα αδέρφια, που σήμερα δεν γνωριζόμαστε, και πούμε: έως εδώ! Όχι άλλοι νεκροί για τα κέρδη των αφεντικών μας…
Α.