
Το παρακάτω κείμενο του Πανταζή Κοντομίχη με τίτλο «Μια μεγάλη θεομηνία στον Πόρο Λευκάδας 1766» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Ηπειρώτικη Εστία», τεύχος 69 (1958) και αναδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Λευκαδίτικες Σελίδες», τεύχος 3-4 (1976) που εξέδιδε ο «Ορφέας» Λευκάδας.
Περιλαμβάνει εκτενή περιγραφή μιας φυσικής καταστροφής που έπληξε τον Πόρο Λευκάδας το έτος 1766, βασισμένη σε λαϊκή μαρτυρία που διασώθηκε στο Αρχειοφυλακείο Λευκάδας. Ο συντάκτης του άρθρου πιθανολογεί ότι πρόκειται, ίσως, για τυφώνα που ρήμαξε μεμονωμένα τον Πόρο καθώς δεν σώζεται, όπως σημειώνει, μαρτυρία για καταστροφή και σε άλλη περιοχή της Λευκάδας.
«Το χωριό Πόρος Λευκάδας, χτίστηκε, απ’ τα παλιά, σε μιάν άδικη, θάλεγα τοποθεσία. Κατηφορίζει, σκαρφαλωμένο, στα πλάγια ενός βουνού που το προφυλάσσει, ορθοστεκούμενο, απ’ τη μανία των Β.Α. ανέμων. Ωστόσο στην αγκαλιά αυτού του βουνού, δεν νοιώθει κανείς καμμιά ασφάλεια, γιατί σε περιπτώσεις μεγάλου σεισμού ή μεγάλης νεροποντής, πέφτουν ολόκληροι βράχοι και κάνουν ζημιές στα σπίτια και στα κτήματα. Απ’ τα Νοτιοδυτικά, πάλι, μέρη είναι τελείως ακάλυπτο και ελεύθερο στους αέρηδες.
Μισή ώρα, πάνω – κάτω, απ’ το χωριό, στο τέρμα μιάς κατηφορικής πορείας, βρίσκεται ένα απάνεμο λιμάνι, ο γιαλός, με κατακάθαρην αμμουδιά. Εκεί είναι το κέντρο μικρών ψαράδικων και προιαριών, που κρυμμένα, λες, κουρσεύουν το περιγιάλι, φτωχό σε ψάρια, και ξανοίγονται, πού και πού, στ’ ανοιχτά, βαθειά στο Ιόνιο, αντικρυστά στο μανιακό ακρωτήριο της Σαπφώς, το Λευκάτα.
Απ’ τη πλευράν αυτή μπουκάρουν οι δυνατοί Ν.Δ. άνεμοι και βασανίζουν το χωριό και πολλές φορές το μαστιγώνουν ανελέητα. Πολλά έχουν να λένε οι γέροντες του χωριού για θύελλες που ξέσπασαν και ρήμαξαν το βιός τους. Όμως με το πέρασμα του καιρού, όλες αυτές οι συμφορές γίνονται θρύλοι. Οι ίδιοι πιστεύουν ακόμα και τα πιο υπερβολικά πράγματα. Μα οι πιο απόξενοι, των άλλων περιοχών, θεωρούν τα περισσότερα σαν πλάσματα της φαντασίας και δημιουργήματα του φόβου.
Ωστόσο δεν είναι υπερβολικά, όσο φαίνονται, και κυρίως όσα διατηρούνται στη μνήμη των γεροντότερων, που τ’ άκουσαν απ’ τους παππούδες τους για τη μεγάλη θεομηνία που ξέσπασε κάποτε στον Πόρο, «παλιά, πολύ παλιά». Πράγματι, όπως φαίνεται απ’ την παρακάτω ανέκδοτη αναφορά των κατοίκων του χωριού, στον Ενετό Προνοητή Λευκάδας, Λορέντζο Μόρο, (1763–1766), το Μάη του 1766, πρωτοφανής κακοκαιρία ρήμαξε το χωριό. Οι δυστυχισμένοι κάτοικοι είδαν την καταστροφή σαν «μέγα θαύμα, όπου έκαμε ο Παντοκράτουρ Θεός και εκαταπόντισε τον κόσμον». Η συμφορά ήταν ολοκληρωτική: Ξερριζώθηκαν όλα τα δέντρα του χωριού, ακόμα και τα αμπέλια, και γκρεμίστηκαν οι εκκλησιές και τα σπίτια. Στο μικρό λιμάνι βούλιαξαν πολλά μονόξυλα και χάθηκαν αντάμα και οι άνθρωποι. Πολλοί, πάλι, εξαφανίστηκαν από το πρόσωπο της γης και τους αναζητούσαν μέρες και μέρες. Όσοι απόμειναν γύριζαν «απ’ εδώ κι απ’ εκεί και έσκουζαν».
Το ενδεχόμενο, ότι μπορεί νάγινε συγχρόνως και σεισμός, πράγμα συνηθισμένο για τη Λευκάδα, δεν φαίνεται, πιθανό. Γιατί, βέβαια, ένα τέτοιο γεγονός δεν θα αποσιωπούσαν στην αναφορά τους. Εξ άλλου, δεν μας προκύπτει από πουθενά άλλου. Στα 1766 δε έχομε μεγάλο σεισμό στη Λευκάδα.
Σ’ αυτή τη δύσκολην ώρα οι κάτοικοι του χωριού με επικεφαλής τους εφημέριους, παπά – Γιώργη Κατεπώδη και παπά – Κωνσταντή Κατεπώδη, υπόγραψαν σχετικήν αναφορά – ικεσία και πρόσπεφταν γονυκλινείς στα πόδια του Γαληνοτάτου αυθέντου του νησιού.
Η αναφορά αυτή, που βρέθηκε στο Αρχειοφυλακείο της Λευκάδας, είναι ένα γνήσιο λαϊκό κείμενο, γραμμένο κατά τη φωνητική ορθογραφία, με μερικές εξαιρέσεις που δείχνουν, ίσως, τα λίγα γραμματάκια του παπά – Γιώργη Καπεπώδη, που είναι και ο συντάχτης της. Η πικρία και η απόγνωση κυριαρχούν ως το τέλος. Ωστόσο και μια κάποια δουλοπρέπεια δεν είναι άσχετη προς το κείμενο. Αποτέλεσμα της σκλαβιάς, της σκληρής σκλαβιάς, των Βενετσάνων, που, πιο λεπτοί, φαινομενικά, εφαρμόζανε με σύστημα την καταπίεση και τσάκιζαν τη ψυχή του σκλαβωμένου. Το «γάντι» είναι πάντα χειρότερο απ’ το μαστίγιο.
Να τι αναφέρουν οι γέροντες και οι εφημέριοι του Πόρου:
«Γημείς, εφημέριγοι του χωρίου Πόρου και γέροντες και όσοι άλλοι ευρίσκονται σήμερον, δίνομε πίστιν, βέβαια και αληθινή, ότι προσφέρομεν εις τον Υψηλότατον και Γαληνότατον Πρέντζιπεν, με δάκρυα και αναστενάγματα, ότι κατά την συμφοράν και θρήνον και κλαθμόν και οδυρμόν, όπου μας εσυνέβηκε εις τες δεκαεννιά του Μαγίου, γημέρα Σάββατο, εις τις έξη ώρες της σημέρας γιντζίρκα, οπού έκαμε ο Παντοκράτουρ Θεός μέγα θαύμα και εκαταπόντισεν1 τον κόσμον εξερρίζωσε όλα τα δενδρί, όλες τις ελιές και όλα τα άλλα δένδρα, εξεπάτωσε τα αμπέλια, παντάπας, από άκρον έως άκρου, έφθειρε τα γιεννήματα όλα· δεν έμεινε τίποτες. Ενγκρέμισε τις εκκλησίες, ενγκρέμισε τα σπίτια. Εχάθησαν άνθρωποι ασήμαδοι, επνίγηκαν μονόξυλα με ανθρώπους. Αρατίσθη2 ο κόσμος. Έχασε ένας τον άλλον, έχασαν αι μανάδες τα παιδιά τους, εχάθη το ζωντανό του κόσμου. Εχάθησαν γοι άνθρωποι και δεν νιξέρουμε τι εγίνηκαν. Κλαίνε γοι μανάδες δια τα τέκνα, τα τέκνα διά τες μανάδες. Έμεινε ο κόσμος παντέρημος, εχάθη το τίποτές τους και δεν γηξέρουν εκείνοι που απόμειναν τι να κάνουν. Μόνον περπατούν απ’ εδώ και απ’ εκεί και σκούζουν και βαδίζουν, όπου εχάθηκαν από την όψιν της γης. Και διά τούτο το δίνομε εις φως και εις είδησιν του Γαληνοτάτου Πρέντζιπε, διά να μας δώσει τρόπον, εάν και έμεινε κανένας να πα να ζήσει· διατί ημείς τώρα εις τον τόπον ετούτον δεν ημπορούμε να σταθούμε πλέον πιλιό, ετούτοι γοι άνθρωποι που βρίσκουνται. Και διά τούτου το δίνομε, όσοι ευρέθησαν σήμερον, εις εγείδησιν της δικαιοσύνης και του εύσπλαχνου κριτού, διά να γείναι εις φως του ετούτο το παράπονο και προσφέρνομε κοντά εις την εις ψηλότη (sic) της, ωσάν δικαιότατος ηγέτης, οπού ο Θεός σε απόστειλε εις τούτον τον τόπον, και διά τούτο παρακαλούμε την γ΄ Υψηλότη της, διά ναν το δώσει και γεις γείδησιν εις την Σοβράνα Κάρκα3, διατί ημείς εμείναμε απελπισμένοι, διατί δεν έχομε άλλη απαντοχή και ελπίδα μόνον εις τον μεγαλοδύναμον παντοκρατούρ Θεόν και εις τον Γαληνότατον Πρέντζιπε, όπου γείναι εύσπλαχνους πατέρας, οπού ελπίζομε. Ακόμα και το κτούριο το Ελληνικόν και οπού γήταν εις την μπεριοχήν του χωρίου μας, εις το Πυργί, ο Πύργος4, ως και αυτός εγκρεμίστη, οπού ήταν από τον καιρόν των Ελλήνων. Τα γιεννήματα και θερισμένα και άθερα, όλα εχάθηκαν και ας είναι εις γείδησιν της, της δικαιοσύνης και δια την αλήθειαν γυπογράφομεν όσοι ευρέθησαν.
1766 Μαγίου 21.
Παπά – Κωνσταντής Καπεπώδης, εφημέριος του Χωρίου Πόρου, βεβαιώνω. Ιωάννης Πάλμος, βεβαιώνω. Θοδωρής Καπεπώδης, βεβαιώνω. Χαράλαμπος Μεταξάς, βεβαιώνω. Στάθης Αρέθας, βεβαιώνω. Σπύρος Πολίτης, βεβαιώνω. Γιώργης ιερεύς Καπεπώδης, ως εφημέριος του χωρίου Πόρου, έγραψα το παρόν και βεβαιώνω.
Γιώργος Κατεπώδης, βεβαιώνω5».
________________________________
1 Θα πρόκειται, ίσως, περί τυφώνος που ρήμαξε μεμονωμένα τον Πόρο. Μαρτυρία για καταστροφή και σε άλλη περιοχή δεν σώζεται.
2 Έφυγε, σκορπίστηκε. «Μωρέ αρατισθήκατε;»
3 Υπέρτατη Διοίκηση, στην Κέρκυρα.
4 Παλιό οικοδόμημα, ίσως μικρό φρούριο, που βρίσκεται κοντά στο χωριό, 27 χιλιόμετρα νοτίως της Λευκάδας. Ο Γερμανός αρχαιολόγος Dörpfeld, το τοποθετεί χρονολογικά στον 4ον π.Χ. αιώνα. Πιθανότατα χρησίμευσε για την εποπτεία της γύρω περιοχής.
5 Diversa, No 3, 215, S. E. Lorenzo Moro, Provveditor di Santa Maura, Αρχειοφ. Λευκάδας.
Πηγή: Λευκαδίτικα Νέα