
Δημοσιεύουμε την ομιλία του ιστορικού Νικου Σβορώνου, για τον μεγάλο ποιητή μας Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, από το διήμερο εκδηλώσεων που οργανώθηκε από τον Σύλλογο Λευκαδίων Ηλιούπολης, σε συνεργασία με την Εταιρία Λευκαδικών Μελετών, για τα 100 χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου Λευκαδίτη ποιητή. Το διήμερο πραγματοποιήθηκε στο Πνευματικό Κέντρο Ηλιούπολης στις 20/21 Οκτωβρίου 1979.
Η ομιλία του Νίκου Σβορώνου ας γίνει έναυσμα για τις νέες γενιές να μάθουν και να μελετήσουν το έργο του μεγάλου ποιητή με τα εμβληματικά ποιήματα «Διάκος» (1867) και «Φωτεινός» (1879) και να ανασάνουν μέσα από τους στίχους του, τη φλόγα της λευτεριάς και της εθνικής και λαϊκής αναγέννησης.
Μαζί με τον Κάλβο, τον Σολωμό, τον Παλαμά, τον Καβάφη αλλά και με τους νεότερους Σικελιανό, Σεφέρη, Ρίτσο, Βάρναλη, ο Βαλαωρίτης έβαλε κι αυτός την ποιητική του ευαισθησία και την τέχνη του δίπλα στους εθνικούς, κοινωνικούς και λαϊκούς αγώνες για την απελευθέρωση της ρωμιοσύνης από τον ζυγό και την εκμετάλλευση ξένων και ντόπιων που εμφανίζονται στην ιστορική πορεία της διαμόρφωσης του ελληνικού έθνους.
Το κείμενο αντιγράψαμε από την έκδοση Νίκος Σβορώνος, Μελετήματα για την Λευκάδα και τους Λευκαδίτες, Εταιρία Λευκαδικών Μελετών , 2011 (σελ.95-98).
Γ.
*

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ
Ἀγαπητοί συμπατριῶτες καὶ φίλοι,
Εἶναι γιὰ μένα σήμερα μιὰ πραγματικά συγκινητικὴ στιγμή. Γιατὶ εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ἔρχομαι σὲ ἐπαφὴ κατ’ εὐθεῖαν μὲ τὸ Λευκαδίτικο κοινό καὶ τοὺς Λευκαδίτες φίλους.
Ἐκεῖνα τὰ λίγα ποὺ θὰ σᾶς πῶ εἶναι περισσότερο μνῆμες ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Βαλαωρίτη, μνῆμες ποὺ ἔθρεψαν τὰ παιδικά μου χρόνια στη Λευκάδα. Μνήμες ὅμως περασμένες ἀπὸ τὶς διεργασίες, ποὺ γίνονταν στὸ μυαλὸ καὶ στὸ αἴσθημα ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ πέρασε ἕνα μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς του ἐρευνῶντας τὸ ἑλληνικὸ πρόβλημα, τὸ πρόβλημα τῆς Ἑλλάδας καὶ τοῦ λαοῦ της. Κι’ αὐτὸ μακρυὰ ἀπ᾿ τὴ Λευκάδα, μακρυὰ ἀπ᾿ τὴν Ἑλλάδα.
Θα ‘θελα, σήμερα ἐδῶ, νὰ δῶ τὸν Βαλαωρίτη σὰν ἱστορικό, ἢ μᾶλλον. καλύτερα, νὰ δῶ τὴν ἱστορικὴ σκέψη τοῦ Βαλαωρίτη. Καὶ δὲν εἶναι περίεργο ποὺ ἐπιχειρῶ νὰ ἀναλύσω τὴν ἱστορικὴ σκέψη ἑνὸς ποιητοῦ. Γιατὶ συμβαίνει ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα ἕνα περίεργο καὶ σημαντικό γεγονός. Ἂν θελήσουμε νὰ ζητήσουμε μιὰ ἱστορικὴ σκέψη, δηλ. τὸν ἱστορικὸ προβληματισμὸ ποὺ ἀναζητάει τὴν οὐσία τῆς ἱστορίας μας – Λαοῦ, αὐτὸ τὸ βρίσκουμε περισσότερο στοὺς ποιητές μας παρὰ στοὺς ἱστορικούς.
Ὁ Βαλαωρίτης, λοιπόν, κατὰ τὴ γνώμη μου, εἶναι ὁ πρῶτος Ἕλληνας ποιητής, μετὰ τὸ Σολωμό, ποὺ πῆρε γιὰ θεματικὴ τοῦ ἔργου του, τῆς ποίησής του, αὐτὸ τὸ στοχασμό γύρω ἀπὸ τὴ μοίρα τοῦ λαοῦ, γύρω ἀπὸ τὴν οὐσία τῆς ἱστορίας του. Ἡ πραγματική συμβολὴ τοῦ Βαλαωρίτη στὴν ποίηση γενικώτερα εἶναι πὼς πιὸ καθαρά, πιὸ ἄμεσα κατάφερε νὰ μεταφέρῃ τὸν φιλοσοφικό στοχασμὸ τῆς ποίησης τοῦ Σολωμοῦ, στὴν ἱστορία καὶ στὴν καθημερινὴ κοινωνική ζωή. Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο κατάφερε νὰ πλησιάσῃ τὰ δυσκολοπλησίαστα τότε νοήματα τοῦ Σολωμοῦ στο σύγχρονο κοινό του, ἰδιαίτερα τὸ Ἑλλαδικό, καὶ νὰ γίνῃ ἔτσι ὁ πρῶτος, ὁ ἀρχηγὸς θά ‘λεγα μιᾶς σχολῆς, ποὺ ὁλοκληρώνεται μὲ τὸν Παλαμᾶ καὶ ποὺ συνεχίζεται στὰ πρῶτα ἀχνάρια τοῦ Σολωμοῦ, μὲ τὸν Σικελιανό.
Γιὰ τὸ στενό πατριωτικό μας αἴσθημα, τὸ Λευκαδίτικο, εἶναι σημαντικό να τονισθῇ ἐδῶ, ὅτι δύο ἀπὸ τὰ τέσσερα ἢ πέντε μεγάλα ποιητικά ὀνόματα τοῦ τόπου εἶναι Λευκαδίτες. Δὲν ξέρω ἂν αὐτὸ εἶναι τυχαίο. Πάντως δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ ὅτι βγαίνουνε ἀπὸ τὴν Ἑπτανησιακή κοινωνία, την πιὸ τελειωμένη κοινωνία, τῆς ἐποχῆς της τουλάχιστον.
Ἡ δεύτερη μεγάλη συμβολὴ τοῦ Βαλαωρίτη στὴν ἱστορικὴ σκέψη τῶν Ἑλλήνων, εἶναι ὅτι κατάφερε, μπόρεσε νὰ μπῇ στὸ βάθος τοῦ ἐθνικοῦ προβλήματος καὶ νὰ συνδυάσῃ τὴν ἀφηρημένη ἔννοια τοῦ Ἔθνους μὲ τὴν συγκεκριμένη ἔννοια τοῦ Λαοῦ. Ἔτσι μπόρεσε νὰ δώσῃ συγκεκριμένο περιεχόμενο στὸ πατριωτικὸ αἴσθημα, ἀλλὰ καὶ νὰ συνδυάσῃ τοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνες μὲ τοὺς κοινωνικοὺς ἀγῶνες τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὰ πρῶτα του ποιήματα, φαίνεται στὸ «Διάκο», καὶ ὁλοκληρώνεται στὸ «Φωτεινό».
Δὲν εἶναι, βέβαια, τυχαῖος αὐτὸς ὁ πρωτότυπος γιὰ τὴν ἐποχή του συνδυασμὸς τῶν ἐθνικῶν ἀγώνων μὲ τοὺς λαϊκοὺς ἀγῶνες. Ὁ Βαλαωρίτης βγαίνει ἀπὸ τὸ εὐρωπαϊκὸ ρομαντικὸ κίνημα τῆς ἐποχῆς – ὄχι ἀπ’ τὴ ρομαντική σχολή – ποὺ μιὰ ἀπὸ τὶς μεγάλες ἐκδηλώσεις του ἦταν ἡ ἀναζήτηση τῆς οὐσίας στὸ λαϊκὸ πνεῦμα. Καὶ εἶναι ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὴ ἡ σημασία ποὺ δίνει ὁ Βαλαωρίτης στὸ λαϊκὸ πνεῦμα καὶ τὸ λαό, καθὼς ἀναφέρεται στὸ λαὸ γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς ἐπικριτές του: Τὸν εἶχε κατηγορήσει ὁ Δημ. Βερναρδάκης πὼς στὴν ποίησή του ὑπερβάλλει. Κι ὁ Βαλαωρίτης. ἀπαντᾶ: «Ναί, ὑπερβάλλω, γιατὶ ἔτσι κάνει ὁ Λαός. Γιατί τὸ κάνει; Πρῶτον, γιατὶ ἔτσι θέλει» κι’ ἔπειτα ἀναλύει τὶς σκέψεις του. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἀπάντηση (γιατὶ ἔτσι θέλῃ), ποὺ θυμίζει καὶ τὸ χαρακτηριστικό ἴντσι, τὸ λευκαδίτικο, δίνει μὲ τὴν ἀμεσότητά της τὴν πρόσβαση τοῦ Βαλα-ωρίτη στὸ λαό, ἀλλὰ καὶ τὸν βαθὺ ἐπηρεασμό του ἀπὸ κεῖνον.
Θὰ πρέπει ἐδῶ νὰ προστεθῇ ὅτι ἀπὸ τὴν θεώρηση τοῦ εὐρωπαϊκοῦ ρομαντικοῦ κινήματος γιὰ τὴν ἀξία τοῦ λαϊκοῦ πνεύματος ξεκινᾶ καὶ μιὰ ὁλόκληρη πνευματικὴ κίνηση ποὺ μιὰ ἀπ᾿ τὶς κυριώτερες ἐκδηλώσεις της ἦταν ἡ μελέτη τοῦ Δημοτικοῦ τραγουδιοῦ καὶ τῶν λαϊκῶν παραδόσεων. Αὐτὴ ἡ πνευματικὴ κίνηση μεταφέρνεται στὰ ἑλληνικὰ χώματα ἀπὸ τὸν Ζαμπέλιο, πάλι ἀπὸ ἕνα Λευκαδίτη, ποὺ κάποτε πρέπει ἰδιαίτερα νὰ τιμηθῇ, – γιὰ νὰ βρῇ τὴν ὁλοκλήρωσή της μὲ τὸν Νικόλαο Πολίτη καὶ τοὺς συνεχιστές του.
Ὁ Βαλαωρίτης, λοιπόν, βγαίνοντας ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ εὐρωπαϊκὸ ρομαντικό κίνημα, δὲν διστάζει, ὅπως λέει ὁ ἴδιος, νὰ συνενώσῃ τὶς ἱστορικὲς ἐκδηλώσεις διαφόρων ἐποχῶν, ἀπὸ τὴ ναυμαχία τῆς Σαλαμίνας ὡς τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση κι ὣς τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνες της ἐποχῆς του, γιατὶ θέλει νὰ βρῇ μέσα στὰ διαφορετικὰ αὐτὰ γεγονότα τὴν ἑνιαία γραμμὴ ποὺ μπορεῖ νὰ ἐκδηλωθῇ σὲ μιὰ μόνο στιγμή.
Ξανάρχομαι στὴ βασικὴ τοποθέτηση τοῦ Βαλαωρίτη, τοῦ συνδυασμοῦ δηλαδὴ τῆς ἀφηρημένης ἔννοιας τοῦ ἔθνους μὲ τὴν ἔννοια τοῦ λαοῦ, καὶ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν ἐθνικῶν ἀγώνων μὲ τοὺς λαϊκοὺς ἀγῶνες. Αὐτὸ φαίνεται καθαρὰ στὸ «Διάκο», ἀπ᾿ τὸν ὁποῖο θὰ σᾶς διαβάσω δυὸ ἀποσπάσματα, γιατὶ νομίζω ὅτι ὁ καλύτερος τρόπος γιὰ νὰ καταλάβουμε τὴ σκέψη τοῦ ποιητῆ εἶναι νὰ τὸν ἀφήσουμε νὰ μιλάει ὁ ἴδιος.
Τὸ πρῶτο ἀπόσπασμα εἶναι ἀπὸ τὸ τρίτο ἄσμα τοῦ «Διάκου», στὶς συνομιλίες του μὲ τοὺς καπεταναίους. Ἑτοιμάζουν τὴν ἐπανάσταση, νομίζουν ὅτι ἦρθε ὁ καιρὸς τῆς ἐπανάστασης, κι ὁ Διάκος, λέει:
Σήμερ᾽ ἀρχίζει ὁ κάματος. Ήρθαν τὰ πρωτοβρόχια,
θα ‘μεθα μεῖς ἡ πρωιμιά. Ἄφαντος ζευγολάτης,
ποὺ δὲ δειλιάζει στὴ σπορά, κρατεῖ τὸ χερουλάτη.
Τ᾽ ἀλέτρι τρίζει στ’ ὄργωμα… ἦταν ἡ γῆ χερσάδα
καὶ τὸ γενὶ θὰ μπεῖ βαθιά… Τὸ γήμορο δικό μας…
Σ’ αὐτὴ τὴν τελευταία φράση συνοψίζεται ὅλη ἡ οὐσία τοῦ ποιήματος ποὺ ἀνάλυσα προηγουμένως. Καὶ τὴν τελευταία αὐτὴ φράση (τὸ γήμορο δικό μας) θὰ τὴν ἀναπτύξῃ ὁλόκληρη στὸ «Φωτεινό», στὸν ὁποῖο μπαίνει κι’ ἕνα τρίτο στοιχεῖο, τὸ ὁποῖο, ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ τὸ εἶδε στὴν Ἑλληνικὴ ἱστορία: Τὸ πρόβλημα τῆς ξένης, ἂν ὄχι κατοχῆς, τῆς ξένης ἐπίδρασης, τὸ πρόβλημα τῆς ξένης ἐπέμβασης στὰ ἑλληνικὰ πράγματα.
Ὁ Φωτεινὸς κάνει διπλὸν ἀγῶνα. Κάνει ἀγῶνα κοινωνικό, κάνει ἀγῶνα ἐθνικὸ γιὰ νὰ διώξῃ τὸν ξένο κατακτητή. Ἀκόμα κι αὐτὴ ἡ ἰδέα βρίσκεται πάλι στὸ «Διάκο». Νά τί λέει ὁ ποιητής (ἄσμα τέταρτο).
Διάκε, δὲν ἦρθ’ ἡ ὥρα μας. Θὰ βαφτιστοῦμε πρῶτα
στὸ αἷμα, στὰ παθήματα, καὶ κοφτερά στουρνάρια
στὸ μετερίζι τοῦ βουνοῦ τὸ γόνα μας θὰ τρίψουν.
Θὰ πιοῦμε τὸν ἱδρώτα μας. Θὰ μείνει μαύρη χήρα
ἡ γῆ μας ἡ ταλαίπωρη, καὶ τὰ κοιλόρφανά της
θὰ μάθουν νὰ χορταίνουνε λαθύρια, βρακανίδες
καὶ τοῦ νεροῦ τὰ κάρδαμα, παρὰ νὰ τὰ σαρκώνει
τοῦ ξένου τὸ ἄτιμο ψωμὶ πὄχει προζύμι πάντα
φαρμάκια, καταφρόνεσες, περίγελα καὶ δάκρυ.
Νομίζω ὅτι ἔτσι μπορεῖ νὰ ἰδωθῇ ὁ Βαλαωρίτης σὰν ἱστορικός, κι ἔτσι μπορεῖ νὰ ἰδωθῇ μιὰ προσπάθεια ἀπὸ τὶς πιὸ δύσκολες νὰ μετουσιώνει σὲ ποίηση ἱστορικά γεγονότα, ἱστορικὲς σκέψεις καὶ κοινωνικές σκέψεις. Καὶ σ’ αὐτὸ ὁ Βαλαωρίτης μπορεῖ νὰ θεωρηθῇ σὰν ὑπόδειγμα καὶ σὰν ἕνας ἀπὸ τοὺς προδρόμους τῶν σημερινῶν ποιητικῶν τάσεων.