Η δημοσίευση των φωτογραφιών από τους 200 εκτελεσθέντες κομμουνιστές της Καισαριανής, ως ένα ιστορικό ντοκουμέντο που είδε το φως οχτώ δεκαετίες μετά την εκτέλεσή τους, μόνο ανείπωτα συναισθήματα μπορεί να μας γεννά. Ένας κόμπος στον λαιμό και ένα αίσθημα περηφάνιας και δέους, όταν βλέπει κανείς αυτούς τους ανθρώπους να αντικρύζουν τον θάνατο με ψηλά το κεφάλι και τις γροθιές τους σηκωμένες. Είναι ιστορία αλλά δεν ανήκουν στο παρελθόν. Είναι πάντα εδώ, πάντα παρόντες.

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί απόσπασμα του βιβλίου «Πρωτομαγιές της Κατοχής – Η Ελληνική Πρωτομαγιά του 1944», της Μέλπως Αξιώτη:

(…) Σ‘ όλα τα γύρω υψώματα ανεβαίνει και τα γεμίζει ο κόσμος. Ενας οπερατέρ – φωτογράφος προσπαθεί απ’ τον ανατολικό λόφο να πάρει τη σκηνή, κι οι Γερμανοί τον κυνηγούν μ’ αυτόματα. Δύναμη πολισμάνων παρατάσσεται γύρω – τριγύρω στην περιοχή. Ενας απ’ αυτούς λιποθυμά τρεις φορές. Οι μελλοθάνατοι μόλις τους είδαν τους φωνάζουν: «Βλέπετε τι μας κάνουν οι φασίστες; Μόλις μπορέσετε, τα όπλα σας να τα δώσετε στο λαό».

10 η ώρα το πρωί τους φέρανε, και ως τις 2 απ’ το μεσημέρι βάσταξε κείνη η τελετή. Τους μάντρωσαν στο βάθος – βάθος, μες σε κάτι χωρίσματα ένα τετραγωνικό μέτρο χώρο το καθένα απ’ τα τρία, εκεί που, όταν ήταν σκοπευτήριο, γέμιζαν τα πιστόλια τους. Οι αγωνιστές ζήτησαν να σταθούν όλοι έξω, να τιμούν τις ομάδες που στήνουνταν κάθε φορά στον τοίχο, ζήτησαν μόνοι τους να φορτώνουν τα πτώματα για να τα πιάνουν μαλακά… και μόνο με την τελευταία ομάδα ν’ ασχοληθούν oι γερμανοτσολιάδες. Μα δεν τους επιτρέψανε την τελευταία τους θέληση. Τους στοίβαξαν μες στις τρεις τρύπες, και κατά 20άδες έβγαιναν και στήνονταν στον τοίχο. Αντίκρυ στον τοίχο, απάνω σε σιδερένια στρίποδα, στις γωνιές, ήταν τα πολυβόλα. Και τα πυρά τους ρίχναν, διασταυρωνόμενα.

Μέσα στο χώρο της εχτέλεσης ήταν δυο εργάτες του Δήμου για να νταραβερίζουνται τα αίματα, κι ένας παπάς. Ο παπάς ξεμολόγαγε. Τι του ξεμολογιόντανε oι μελλοθάνατοι; – Χαιρετίσματα στη γυναίκα μου! – Ζήτω ο Κόκκινος στρατός! – Εκδίκηση! – Ζήτω η λευτεριά! – Πεθαίνουμε για τη λευτεριά και τη λαοκρατία! Δεν άντεχε για μια στιγμή ο παπάς, κάνει να στρέψει αλλού το πρόσωπο, τον πρόγκησαν οι Γερμανοί με τα πιστόλια.

Ο κόσμος γύρω στα λοφάκια, και στις ταράτσες, στέκεται βουβός. Ακούγεται καθαρή – καθαρή ομοβροντία και ριπή της κάθε 20άδας. Τότε ο κόσμος άρχισε όλος μαζί να κλαίει. Κλαίγαν και γέροι και παιδιά. Λέγαν: «Κατάρα – ανάθεμα». Φτάνουν απάνω στη στιγμή οι τσολιάδες. Και τραγούδαγαν ενθουσιασμένοι: «Με το χαμόγελο στα χείλη πάν’ οι τσολιάδες μας μπροστά…». Πάγαιναν οι τσολιάδες μας μπροστά χειροκροτώντας, συνεχίζοντας του Γερμανού το εξαίσιο έργο! Παραλαβαίνανε τα πτώματα, τα στοίβαζαν σα σφαγμένα αρνιά και φεύγανε με τ’ αυτοκίνητα. Αυτό ήταν το καθορισμένο καθήκον τους στις μέρες εχτελέσεων.

Σ’ όλο αυτό το διάστημα οι καμπάνες του συνοικισμού χτυπούσαν νεκρικά. Μια γυναίκα αστυφύλακα, που κοίταζε από ψηλά, τρελάθηκε και την έχει ο άντρας της ακόμα κλεισμένη στο Αιγινήτειο. Ενας απ’ τους εχτελεσμένους ήρωες δεν είχε ξεψυχήσει, σηκώνεται μέσα απ’ το σωρό, κουβάρι, το αίμα στο χαντάκι του ‘φτανε ως το γόνατο, και κάνει κάτι σκέρτσα με τα χέρια, κι αρχίζει να γελά, να ξεκαρδίζεται. Ο κοντινός του Γερμανός του αδειάζει το περίστροφο. Μα δεν εκατάλαβε τίποτα, είχε κι αυτός τρελαθεί.

Ο κόσμος πήρε το ξοπίσω τα καμιόνια που ‘φευγαν με τα νεκρά κορμιά. Οι άντρες βγάζανε στο πέρασμά τους τα καπέλα, οι γυναίκες τρέχανε και κουβαλούσανε και ρίχνανε λουλούδια, κι όλοι ήταν βαρούσες σαν υπνωτισμένοι απάνω απ’ τις σταγόνες το αίμα τους, που ‘τρεχε κι έπηζε, κι η γης δεν το ‘πινε, και γινόταν αυλάκια. Απάνω στο αίμα σκύβοντας και κοιτάζοντάς το, σήκωναν ύστερα πολλοί τα μάτια και τα χέρια τους ψηλά στον ουρανό. Ητανε η απόγνωση. Μέσα στο χώρο της εχτέλεσης οι εργάτες του Δήμου κουβάλησαν απ’ το δίπλα χωράφι με φτυάρια πολύ χώμα, για να ρουφήξει κι εκεί τα αίματα. Το τμήμα αυτό της ελληνικής γης, απ’ το πηχτό εκείνο υγρό, ήτανε τώρα πια, καθώς λέν’, κορεσμένο.

Την ίδια μέρα όλοι οι γύρω συνοικισμοί κήρυξαν γενική απεργία. Τη νύχτα γενική κινητοποίηση του πληθυσμού, φωνάξανε παρά ποτέ ηρωικά κι ασώπαστα χουνιά, κι όπου είχε στάξει το αίμα τους, και στο ντουβάρι της εχτέλεσης, από ψηλά, κρυφά – κρυφά, απ’ τους τοίχους, σκεπάστηκαν όλα παντού λουλούδια και ρίχτηκαν παντού στεφάνια. Αυτό ήταν των ζωντανών, προς τους νεκρούς αγωνιστές, το μνημόσυνο.

Ετσι γίνηκε η εχτέλεση των 200 ηρώων.

Ετσι γιορτάστηκε η Πρωτομαγιά στην Αθήνα, στο χρόνο 1944.

Ηταν μια μέρα εξαίσια της άνοιξης, κι όμως η γη η αθηναϊκή δεν είχε ακόμα αρκετά στεγνώσει, για να μπορέσει να ρουφά. Το τόσο πολύ αίμα που χτήνη – άνθρωποι την πότισαν, η φύση πια δεν το δεχότανε, κι αναγκαζόταν το ξαναξερνούσε. (…)