Όσο απομακρυνόμαστε από γεγονότα που τόσο στιγμάτισαν και έβλαψαν το κομμουνιστικό κίνημα, όπως αυτό της δολοφονίας του τεράστιου διαμετρήματος κομμουνιστή και επαναστάτη ηγέτη Νίκου Ζαχαριάδη, τόσο πιο εύκολη είναι η κοπτοραπτική της πολιτικής του αντίληψης.

Η εξόντωση του ηγέτη του επαναστατικού ΚΚΕ και η αλλοίωση των επαναστατικών χαρακτηριστικών του κομμουνιστικού κινήματος πρέπει να μελετιέται από τους κομμουνιστές και τις κομμουνίστριες ως γεγονός πρωταρχικής σημασίας. Από αυτό το γεγονός αλλά και από τη στροφή του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος μετά το 20οΣυνέδριο του ΚΚΣΕ πρέπει να αντλείται πείρα και να διεξάγεται ένας ανελέητος πόλεμος σε κείνους που προσπαθούν να θάψουν μια για πάντα το σφυρί και το δρεπάνι, την κόκκινη σημαία, τις ιδέες του Κομμουνισμού.

Φέτος στην μνήμη του κομμουνιστή επαναστάτη ηγέτη του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη (1903 – 1973) αναδημοσιεύουμε το κείμενο Ο Μαρξισμός Λενινισμός στην Ελλάδα, που πρωτοδημοσιεύτηκε στη Κομμουνιστική Επιθεώρηση το Γενάρη του 1946. Ευχαριστούμε το parapoda.wordpress για την παραχώρηση του δαχτυλογραφημένου κειμένου.

Την Κυριακή, 1η Αυγούστου στις 19:00, η Κόκκινη Βιβλιοθήκη θα παρευρεθεί στο Α νεκροταφείο, όπως κάθε χρόνο, για να αφήσει λίγα λουλούδια στον τάφο του.

***

Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ – ΛΕΝΙΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η «Κομμουνιστική Επιθεώρηση» συμπληρώνει 25 χρόνια ζωής και μια ανακεφαλαίωση, ένα συμπέρασμα για την πορεία και ανάπτυξη, που παρουσίασε στα χρόνια αυτά η μαρξιστική-λενινιστική σκέψη στην Ελλάδα δε θα ’ταν παράκαιρη. Αντίθετα, ένα τέτοιο πράγμα είναι κάτι που χρειάζεται και μπορεί να ωφελήσει.

Συνοψίζοντας τις παρατηρήσεις για την εξέλιξη και την ανάπτυξη της μαρξιστικής – λενινιστικής θεωρίας στην Ελλάδα στα τελευταία 25 χρόνια μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι παρουσιάζει στη χώρα μας μεγάλη καθυστέρηση.

Η καθυστέρηση αυτή παρουσιάζεται, πρώτο, με το γεγονός ότι η διάδοση και μελέτη της μαρξιστικής – λενινιστικής ιδεολογίας προχωρεί στην Ελλάδα πολύ σιγά. Ένα χτυπητό παράδειγμα είναι ότι στη γλώσσα μας δεν έχουν ακόμα μεταφραστεί τα βασικά έργα του μαρξισμού – λενινισμού, λόγου χάρη το «Κεφάλαιο» του Μαρξ και ο «Εμπειριοκριτικισμός» του Λένιν, για να μην πάρουμε τα άπαντα των μεγάλων δασκάλων μας Μαρξ- Ένγκελς- Λένιν- Στάλιν. Δεύτερο, έμεινε πολύ πίσω η επιστημονική μαρξιστική – λενινιστική επεξεργασία, μελέτη, φώτισμα για τα βασικά νεοελληνικά προβλήματα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ότι και ο μαρξισμός, που μας έρχονταν και όσο μας έρχονταν απόξω, έμεινε ξένος, στείρος, όχι δημιουργικός. Επαναλαμβάνουμε μονάχα ξένα αποσπάσματα και φράσεις, χωρίς να ζητάμε να βρούμε επαλήθευση της μαρξιστικής – λενινιστικής θεωρίας μέσα στην ελληνική πραγματικότητα. Χωρίς να κοιτάμε να πετύχουμε καρποφόρησή της πάνω στο χώμα της νεοελληνικής πραγματικότητας. Έτσι ο μαρξισμός σαν επαναστατική επιστημονική θεωρία και πράξη έμενε, – για ό,τι αφορά το φώτισμα των βασικών νεοελληνικών προβλημάτων και το χάραγμα των κύριων κατευθύνσεων για το νεοελληνικό πολιτικοοικονομικό και κοινωνικό ξετύλιγμα, – μηχανικός, στείρος, όχι γόνιμος και καρποφόρος, όχι δημιουργικός, προλεταριακός, λαϊκός- επαναστατικός.

Η καθυστέρηση, που παρουσίασε η διάδοση, ανάπτυξη και γονιμοποίηση της μαρξιστικής – λενινιστικής σκέψης στην Ελλάδα έχει την εξήγησή της, τους λόγους της, λόγους ιδιότυπους, νεοελληνικούς.

Πρώτ’ απ’ όλα η αστικοτσιφλικάδικη ιδεολογία της «Μεγάλης Ιδέας», που εξαρτούσε την ευημερία και πρόοδο της Ελλάδας απ’ την αναβίωση του αρχαιοελληνικού μεγαλείου και την ανασύσταση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, είχε πιάσει τόσο βαθιά, είχε σκοτίσει τόσο πολύ τα μυαλά του λαού, ώστε κυριαρχούσε απόλυτα στην πνευματική μας ζωή και το ιδεολογικό εποικοδόμημά μας και έπνιγε ασφυκτικά κάθε ιδεολογική εκδήλωση, που ζητούσε να ξεφύγει απ’ το μονοπώλιο και την κηδεμονία της. Και όσοι διανοούμενοι και σπουδαγμένοι μας έρχονταν απ’ το εξωτερικό επηρεασμένοι απ’ το δυτικοευρωπαϊκό σοσιαλισμό, που τότε ανθούσε, παραμέριζαν τις νέες ιδέες τους, τις κρύβαν στα ντουλάπια και έμπαιναν κι αυτοί, έτσι είτε αλλιώς, στην υπηρεσία της «Μεγάλης Ιδέας», περιμένοντας ύστερα απ’ την πραγματοποίησή της να ξεθάψουν το σοσιαλισμό τους και να δουλέψουν, τότε μόνο για την επικράτησή του! Η αστικοτσιφλικάδικη ιδεολογία της «Μεγάλης Ιδέας» τα χε καταφέρει τόσο καλά, – με την πολιτική που απ’ αυτήν εμπνεόταν, – να κρατήσει την Ελλάδα στην πιο χαμηλή οικονομική βαθμίδα, στην ξενική εξάρτηση και την πιο μεγάλη κοινωνικοπολιτική καθυστέρηση, ώστε ο κόσμος να πιστεύει, γιατί δεν έβλεπε άλλη διέξοδο και άλλο φως, πως μονάχα με την πραγματοποίηση της «Μεγάλης Ιδέας» θα μπορούσε να δει «θεού πρόσωπο». Περισσότερο ίσως απ’ ό, τι συνέβαινε με κάθε άλλο βαλκανικό είτε ευρωπαϊκό λαό, προκειμένου για τον ελληνικό, το νεοελληνικό αστικοτσιφλικάδικο ιδεολογικό εποικοδόμημα βάραινε σε τέτοιο βαθμό πάνω στην πνευματική πρόοδο και ανάπτυξη του τόπου, που εμπόδιζε τη χειραφέτηση του λαού απ’ την ιδεολογική υποδούλωση και χαλιναγώγηση των κυρίαρχων τάξεων. Κι αυτό συνέβαινε γιατί η «Μεγάλη Ιδέα» κατόρθωσε, δημιουργώντας την αφάνταστη φτώχια και κακομοιριά της ψωροκώσταινας και του λαού και πλάθοντας το παραμύθι της αρχαιοελληνικής συνέχειας και της βυζαντινής παλιγγενεσίας, να πείσει τα πιο πλατιά στρώματα του λαού, ότι άλλος δρόμος, απ’ το ν’ αφιερωθούν όλες οι δυνάμεις και όλα τα μέσα του λαού και του τόπου, για να πραγματοποιηθεί η ουτοπία της, δεν υπήρχε. Και μονάχα μέσα στη μακρόχρονη πείρα της ζωής, πληρώνοντας την πείρα αυτή πολύ ακριβά, θα μπορούσε ο λαός ν’ απαλλαγεί απ’ την μεγαλοϊδεάτικη νάρκωση, να συνέλθει, ν’ ανασυνταχτεί και να προχωρήσει σε πιο θετικές, πιο ζωντανές και πιο ελληνικές πραγματοποιήσεις. Δεύτερο, και όσοι απ’ τους έλληνες, – κυρίως διανοούμενοι, σπουδαγμένοι στο εξωτερικό, που βλέπαν το χαντάκωμα όπου οδηγούσε τον τόπο η πνευματική αρχαιοκαπηλεία και βυζαντινολογία, – δεν παρατούσαν τις νεωτεριστικές ιδέες και το σοσιαλισμό τους, δεν κάναν παρά μια μηχανική, νεκρή μεταφορά των προοδευτικών ιδεών απόξω. Δεν κοίταζαν ούτε προσπαθούσαν να ανακαλύψουν το σοσιαλισμό μέσα στην Ελλάδα και να ξεφυτρώσουν το μαρξισμό μέσα από την ελληνική πραγματικότητα. Δεν είχαν, ούτε μπορούσαν να αντιπαραθέσουν στη «Μεγάλη Ιδέα» μια ντόπια, νεοελληνική, επιστημονική, σοσιαλιστική γραμμή, θεωρία, ιδεολογία που να ξεσκεπάζει τη μεγαλοϊδεάτικη ουτοπία, και που να πείθει, μέσα τη ζωή και στην πράξη, για την ορθότητά της. Έτσι μέναν αποσπασμένοι από τη νεοελληνική ζωή, απομονωμένοι από τον κόσμο, σαν περίεργα όντα και παράξενα φαινόμενα. Αυτή η επιστημονική ανεπάρκεια και ανικανότητά τους αντικειμενικά αποτελούσε μια συνθηκολόγηση μπροστά στη «Μεγάλη Ιδέα» και τους οδηγούσε, έτσι είτε αλλιώς, σε ένα συμβιβασμό με αυτή. Δεν μπορούσαν να θεμελιώσουν επιστημονικά τη μαρξιστική θέση, ότι η Ελλάδα μπορεί να ζήσει και να προοδεύσει όταν στηριχτεί στις δικές της δυνάμεις και αναπτύξει τις εσωτερικές της δυνατότητες. Έτσι η διακήρυξη της σοσιαλιστικής, είτε σοσιαλίζουσας ιδεολογίας τους, έμενε «φωνή βοώντος εν τη ερήμω» και δίχως πρακτική απόδοση.

Αυτοί είναι οι βασικοί λόγοι, που εξηγούν την καθυστέρηση που παρουσίασε η μαρξιστική, η επιστημονική, σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα σε σχέση τόσο με την Ευρώπη γενικά όσο και με τα Βαλκάνια ιδιαίτερα, και παρά το γεγονός ότι η χώρα μας από την οικονομική πλευρά, από την πλευρά της εκβιομηχάνισης και της ανάπτυξης της εργατικής τάξης όχι μονάχα υστερούσε από τις άλλες μονάχα βαλκανικές χώρες αναλογικά με τον πληθυσμό της, μα και σε ένα βαθμό τις ξεπερνούσε. Για να δείξουμε ακόμα την καταθλιπτική κυριαρχία που είχε εξασφαλίσει η ιδεολογία της «Μεγάλης Ιδέας» θα μπορούσαμε να αναφέρουμε και τα προοδευτικά αστικοδημοκρατικά κινήματα, που παρουσιάστηκαν κυρίως στα χρονικά πλαίσια, που συμπίπτουν με το πέρασμα από τον περασμένο στο δικό μας αιώνα, και που μη μπορώντας και αυτά να αντιπαραταχθούν στη «Μεγάλη Ιδέα» δέχονταν την επίδρασή της και έπαιρναν έτσι, το θέλαν είτε όχι, έναν αντιδραστικό χρωματισμό. Η βασική αδυναμία, που παρουσίασε στη χώρα μας το αστικοδημοκρατικό κίνημα για τη γλωσσική και εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και το συστηματικό συγχρονισμό, βρίσκεται στο ότι πολεμούσε με όπλα που δεν ανταποκρινόντουσαν στην κοινωνική, στην υλική και πνευματική πραγματικότητα της εποχής μας. Θέλησαν να αναστήσουν καθυστερημένα τον ουμανισμό στην Ελλάδα και να πετύχουν την ανόρθωση και αναγέννηση του λαού και του τόπου από τα πάνω, αποβλέποντας να μορφώσουν, να εκπολιτίσουν πρώτα το λαό, και ύστερα, με μορφωμένο πια το λαό να ανασυγκροτήσουν, να διορθώσουν τα κακά της κοινωνίας. Επηρεασμένοι από τη φιλοσοφία του ουμανισμού, από το φιλοσοφικό ιδεαλισμό, που κρατά τις ρίζες του από την αρχαιοελληνική ιδεαλιστική φιλοσοφία, οι γλωσσικοί μεταρρυθμιστές θέλαν να αλλάξουν το πνευματικό εποικοδόμημα χωρίς πρώτα να μεταβάλουν τις υλικές προϋποθέσεις της κοινωνικής ζωής. Έτσι αγνοούσαν τη βασική αρχή της κοινωνικής ύπαρξης και προόδου – «πρώτα ζει κανένας και ύστερα φιλοσοφεί»- και αυτό προδίκαζε την αποτυχία τους. Δε βλέπαν ότι το γλωσσικό και πιο γενικά, το πνευματικό πρόβλημα, ήταν παράγωγο, είτε ένα κομμάτι μονάχα από το όλο κοινωνικό νεοελληνικό ζήτημα και δε μπορούσε να λυθεί μεμονωμένα. Ύστερα το φιλοσοφικό τους βάθρο ήταν κοινό με αυτό, που είχε η «Μεγάλη Ιδέα», δηλ. ο ιδεαλισμός. Αν αυτοί πήγαιναν να λύσουν από τα πάνω το γλωσσικό ζήτημα, η «Μεγάλη Ιδέα» πήγαινε να το λύσει με τον ίδιο τρόπο, ξεκινώντας από ιδεαλιστικές, ιδεολογικές προϋποθέσεις, το όλο νεοελληνικό πρόβλημα. Και κατά φυσικό τρόπο, το μερικό πρόβλημα υποτασσότανε, υπάγονταν στο γενικότερο, το γλωσσικό κίνημα στο μεγαλοϊδατικό. Έτσι έχανε την ανεξαρτησία του, έπαιρνε αντιδραστικό χρώμα, και η λύση του καταντούσε ουτοπία, όπως ουτοπία ήταν και η «Μεγάλη Ιδέα». Οι καθυστερημένοι στην Ελλάδα ονειροπόλοι του ουμανισμού, δε βλέπαν, ότι, – (στην εποχή μας της πάλης για το δημοκρατικό συγχρονισμό και το σοσιαλισμό, όπου οι κατώτερες λαϊκές μάζες με επικεφαλής το προλεταριάτο καταλαμβάνουν το προσκήνιο της κοινωνικοπολιτικής ζωής και παίρνουν στα χέρια την ηγεμονία της πάλης για τον κοινωνικό ανακαινισμό) – ο ουμανισμός αυτός, με το ιδεολογικό οπλοστάσιό του, στην καλύτερη περίπτωση, δε μπορούσε παρά να ναι ένα φρένο για τα λαϊκά κινήματα, φρένο που δούλευε για τις κυρίαρχες τάξεις και τους εκμεταλλευτές του λαού.

***

Αυτά σχετικά με την προϊστορία του μαρξισμού στην Ελλάδα. Το πραγματικό δούλεμα και ακόνισμα της μαρξιστικής – λενινιστικής σκέψης στην Ελλάδα αρχίζει, με την πολιτική χειραφέτηση της πιο πρωτοπόρας τάξης στη χώρα μας, της εργατιάς, όταν αυτή δημιουργεί πια το δικό της πολιτικό κόμμα, το σοσιαλιστικό εργατικό, που ακολουθώντας μια «φυσιολογική» εσωτερική εξέλιξη, γένηκε λίγα χρόνια ύστερα από την ίδρυσή του το ΚΚΕ.

Όμως και στο ΚΚΕ στα πρώτα χρόνια της ύπαρξής του έχουμε μια βαθιά εσωτερική κρίση, που γεννήθηκε πάνω στη βασική αντίθεση που χαρακτηρίζει τη ζωή του, στα πρώτα δέκα πάνω- κάτω χρόνια της ύπαρξής του.

Η αντικειμενική κατάσταση στην Ελλάδα είναι ώριμη στον καιρό της ίδρυσης του ΚΚΕ, για ριζικές κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές μεταβολές. Οι άρχουσες τάξεις και τα παλιά πολιτικά τους κόμματα στέκονται φορτωμένα με όλο το βάρος της αντιδραστικής τους πολιτικής, που έφερε γραμμή – κορδόνι στη μικρασιατική καταστροφή. Λαός και τόπος διψούν για αποφασιστική μεταβολή. Και το καινούργιο κόμμα – που το γεννά αυτή η αντικειμενική ωρίμανση και το άντρωμα, η συνειδητοποίηση της εργατιάς, – το κόμμα αυτό, που είναι από αυτή την ανάγκη των πραγμάτων ο κινητήρας της μεταβολής αυτής, ενώ στην πάλη για τα καθημερινά ζητήματα των μαζών παρουσιάζει μια πρωτοπόρα δραστηριότητα και προχωρεί με επιτυχία, όμως στο φώτισμα των βασικών κατευθύνσεων, πάνω στις οποίες θα πρέπει να βαδίσει η νεοελληνική οικονομική και κοινωνικοπολιτική μεταβολή, καθυστερεί, μένει πίσω, δεν στέκεται στο ύψος της αποστολής του. Η αντίθεση ανάμεσα στο αντικειμενικό μέστωμα και στην υποκειμενική αδυναμία του «φυσικού» φορέα της μεταβολής αυτής να τη δει, να τη φωτίσει σωστά και να την πραγματοποιήσει οργανώνοντας και καθοδηγώντας τις μάζες, η αντίθεση αυτή γεννά την εσωτερική κρίση του ΚΚΕ.

Η κ ρ ί σ η α υ τ ή. – Μέσα από τον οπορτουνισμό των πρώτων του καθοδηγήσεων, που συνθηκολογούσαν μπροστά στην αστικοτσιφλικάδικη ψευτοδημοκρατία. Μέσα από το λικβινταρισμό που τρομοκρατημένος από την ανικανότητά του να φωτίσει σωστά τα θεμελιακά νεοελληνικά προβλήματα σάλπιζε τη διάλυση του ΚΚΕ, πράγμα που ήταν η βασική επιδίωξη της ενωμένης εσωτερικής και εξωτερικής αντίδρασης στη χώρα μας. Μέσα από το σεχταρισμό και την αποσυνθετική δίχως αρχές εσωκομματική πάλη, που με δάχτυλο του ταξικού εχθρού, ξαπόλυσε μέσα στο κόμμα η διοίκησή του στα 1929-31, – η κρίση αυτή, ξεπεράστηκε μέσα στην πράξη της επαναστατικής δουλιάς του κόμματος αφού το είχε φθείρει εσωτερικά. Όμως, το ΚΚΕ μ έ σ α σ τ η ν κ ρ ί σ η α υ τ ή άντρωσε, μορφώθηκε, μέστωσε και έφτασε στην υπερνίκησή της, όταν με την 6ηΟλομέλεια της ΚΕ (Γενάρης 1934) έδωσε την επιστημονική ανατομία της νεοελληνικής κοινωνικής διάρθρωσης και καθόρισε τους δρόμους για τη λαϊκοδημοκρατική και σοσιαλιστική μεταβολή στην Ελλάδα, που θα βγαζαν τη χώρα μας οριστικά στη μεγάλη λεωφόρο της ολόπλευρης αναγέννησης, ανασυγκρότησης, προόδου και πολιτισμού. Απ’ τα τότε το κόμμα πραχτικά και θεωρητικά τράβηξε το δρόμο αυτό σταθερά και επίμονα, και παρόλα τα λάθη, μικρά και μεγάλα, που παρουσίασε, βασικά σωστά οδήγησε το λαό στο δρόμο της απελευθέρωσής του. Μόνον η ένοπλη και άνιση εξωελληνική επέμβαση ανάκοψε προσωρινά τη νεοελληνική πορεία προς τη λαϊκή δημοκρατία και το σοσιαλισμό.

***

Η μακρόχρονη εσωτερική κρίση του ΚΚΕ εξηγιέται από μια ορισμένη πλευρά και με την καθυστέρηση, που παρουσίασε η διάδοση και ανάπτυξη του επιστημονικού σοσιαλισμού, του μαρξισμού στην Ελλάδα, η καθυστέρηση στο νεοελληνικό μαρξιστικό- λενινιστικό φώτισμα για τα βασικά μας προβλήματα.

Σήμερα με την ευκαιρία που μας δίνει η «ΚΟΜ. ΕΠ.» με τα εικοσιπεντάχρονά της πρέπει να ρίξουμε μια εξεταστική ματιά στο δρόμο που περάσαμε. Με την «Κομέπ», σαν έναν από τους πιο σημαντικούς συντελεστές στο δούλεμα και ανάπτυξη της μαρξιστικής – λενινιστικής ιδεολογίας στη χώρας μας, περάσαμε ένα τέταρτο αιώνα και είχαμε και θετικά αποτελέσματα και στον ιδεολογικό τομέα. Όμως το θεωρητικό φώτισμα των μικρών και μεγάλων προβλημάτων μέσα στη ζωή και σαν αναγκαία προϋπόθεση για τη γόνιμη καθημερινή πραχτική δράση είναι κάτι, που δεν πρέπει ποτέ να σταματήσει γιατί η ζωή και ο αγώνας δε σταματούν ποτέ, θέτουν κάθε μέρα προβλήματα, που απαιτούν και το θεωρητικό τους φώτισμα και δούλεμα, και όταν ένας πρωτοπόρος πολιτικός οργανισμός παραμελεί το βασικό αυτό καθήκον του, τότε μένει πίσω από τη ζωή και από την εκπλήρωση της αποστολής του. Και το καθήκον αυτό μπορεί να λυθεί σωστά όχι όταν μένει προσπάθεια λίγων «εκλεκτών», μα όταν πηγάζει σαν συνισταμένη της θεωρητικής κολλεχτιβιστικής δουλιάς από όλο το κόμμα, την πρωτοπόρα μαρξιστική – λενινιστική σκέψη στην Ελλάδα.

Δύο βασικά αντίπαλες ιδεολογίες παλεύουν στη χώρα μας. Η μία είναι η ιδεολογία της λαϊκής δημοκρατίας και του σοσιαλισμού, η ιδεολογία της εργατιάς που είναι ο πρωτοπόρος όλου του εργαζόμενου λαού. Η ιδεολογία που δημιούργησαν οι Μεγάλοι μας Μαρξ – Ένγκελς – Λένιν- Στάλιν. Αυτή τη διδασκαλία πρέπει να τη δουλεύουμε και να την ενστερνιζόμαστε σαν καθοδήγηση στην πάλη μας, προφυλάγοντας το άσπιλό της, την αγνότητά της από κάθε προσπάθεια να λερωθεί και να νοθευτεί, από κάθε προσπάθεια να διαστρεβλωθεί από το πολυποίκιλο ιδεολογικό λαθρεμπόριο, που παρουσιάζεται ακόμα και με «σοσιαλιστική», «μπολσεβίκικη», «λενινιστική», «διεθνιστική» μάσκα. Και η δεύτερη είναι η ιδεολογία της «Μεγάλης Ιδέας» με όλα τα φυσικά και αφύσικα παρακλάδια της. Ο αγώνας στο ιδεολογικό τομέα είναι ένας από τους βασικούς τομείς της ταξικής πάλης δίπλα στον οικονομικό και πολιτικό.

Και ο αγώνας αυτός είναι υποχρέωση για τον κάθε πρωτοπόρο και συνειδητό Έλληνα.Ο μαρξιστής λενινιστής είναι πρώτα από όλα μαχητής, μαχητής στην πράξη, και στη θεωρία, και παρεξηγάν το μαρξισμό- λενινισμό όσοι ζητάν σε αυτόν κοσμοθεωρητικό καταφύγιο για εσωτερική ψυχική ισορροπία, επανάπαυση και ικανοποίηση. Θα μοιάζαμε τότε τον ευσεβή ιταλό χωρικό, που αναφέρει ο Ροϊδης στον «Ασμοδαίο» του και που γίνεται καπουτσίνος, όχι για να πάει στον παράδεισο, μα για να τρώει δίχως να σκάβει, δηλ. δίχως να παλεύει. Ένα τέτοιο πνεύμα είναι απόλυτα αντίθετο με την ουσία της ιδεολογίας μας. Η ζωή μάς καλεί χωρίς ανάπαυση στην πάλη. Και στον ιδεολογικό τομέα και σήμερα μας περιμένουν σειρά από σοβαρές υποχρεώσεις.

Θα μπορούσε κανένας να διαγράψει στις γενικές γραμμές τους τομείς, όπου κυρίως θα έπρεπε στο κοντινό μέλλον να στραφεί η ιδεολογική μας προσπάθεια.

Α) Να στερεώσουμε και αποδείξουμε επιστημονικά ότι η νεοελληνική αναγέννηση μπορεί να προέλθει και να στηριχθεί μόνο στις ντόπιες δυνάμεις και στις εσωτερικές μας προϋποθέσεις, βρίσκοντας εξωτερικό ιδεολογικό αντέρισμα στις προοδευτικές δυνάμεις της Ευρώπης, που αποβλέπουν σε μια λαϊκή δημοκρατική μεταπολεμική ταχτοποίηση της ζωής και συνεργασίας των λαών της ηπείρου μας.

Β) Να αποδείξουμε ιστορικά, επιστημονικά ότι η «Μεγάλη Ιδέα» προξένησε στην Ελλάδα τις πιο μεγάλες καταστροφές της ιστορίας της, υποδουλώνοντας το λαό στη ντόπια πλουτοκρατία και ξεπουλώντας τη χώρα στο ξένο, και κατά πρώτο λόγο στο αγγλικό κεφάλαιο. Ότι η «Μεγάλη Ιδέα» σήμερα εκπροσωπεί το μεγαλύτερο κίνδυνο για την ιδεολογική αποπλάνηση του λαού και ότι καλύπτει και στεγάζει τη συνασπισμένη νεοελληνική αντίδραση, το δωσιλογισμό και το νεοφασισμό.

Γ) Να ερευνήσουμε και φωτίσουμε επιστημονικά τις πηγές και τις αρχές του νεοελληνικού έθνους, ανατρέποντας την αντεπιστημονική αστικοτσιφλικάδικη θέση για ενότητα του ελληνικού έθνους από την Αρχαία Ελλάδα, μέσα από την Ελληνιστική εποχή και τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ως τις μέρες μας με το νεοελληνικό έθνος, θέση που το μαύρο μέτωπο σήμερα ξαναζεσταίνει (βλ. Δ. Ζακυνθινού « Η ενότης της Ελληνικής Ιστορικής Παραδόσεως», περιοδ. «Νέα Εστία», τεύχος 441, 1 Νοέμβρη 1945), για να διαιωνίσει τα χάλια και το χαντάκωμα όπου έφερε τον τόπο μας η αστικοτσιφλικάδικη πολιτική, εξυπηρετώντας ντόπια και ξένα πλουτοκρατικά συμφέροντα. Το νεοελληνικό έθνος, δημιούργημα των νεότερων χρόνων, άρχισε να διαμορφώνεται μέσα στους κόλπους του ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους, κι από την εποχή που το ανατολικό αυτό Ρωμαϊκό κράτος διαμορφώθηκε σε μια νέα, άσχετη με την παλιά ρωμαϊκή αυτοκρατορία, την ιστορική επίσης Βυζαντινή αυτοκρατορία, για να πάρει την οριστική του εθνική συνείδηση και συγκρότηση στα χρόνια της τουρκοκρατίας, στην πάλη ενάντια στον Οθωμανό καταχτητή και το ρωμιό κοτζαμπάση συνεργάτη του κατακτητή. Η αρχαιοελληνική κληρονομιά, πανανθρώπινη στην ουσία της, όχι μόνο δεν αποτελεί ελληνικό μονοπώλιο, μα αντίθετα εμείς πήραμε απόξω. – από τους ξένους, Γερμανούς, Γάλλους, Άγγλους, Ολλανδούς κ.α. – τα αρχαιοελληνικά φώτα, και όπως έλεγε ένας γνωστός καθηγητής μας, ο δρόμος προς την Ακρόπολη περνά από το Παρίσι , το Βερολίνο κλπ και όχι από την Πλάκα. Η Ελλάδα που για αυτήν η «Μεγάλη Ιδέα» διεκδικεί το μονοπώλιο της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς είναι από τις πιο καθυστερημένες χώρες στη μελέτη και αξιοποίηση της κληρονομιάς αυτής. Σχετικά με τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, αυτή ποτέ δεν υπήρξε ελληνική, αντίθετα, στα ιδεολογικά της βάθρα στάθηκε αρνητής και διώχτης του αρχαιοελληνικού πνεύματος. Και την προοδευτική π.χ. θρησκευτική χριστιανική παράδοση του Βυζαντίου, τη συνεχίζουν σήμερα πολύ καλύτερα και πιότερο από μας οι άλλοι ορθόδοξοι λαοί. Οι νεοελληνικές εθνικές παραδόσεις, τραγούδια, διηγήσεις, χοροί, πανηγύρια, προλήψεις, ήθη, έθιμα στο βασικό και αποφασιστικό τους μέρος ανάγονται στην περίοδο της εθνικής νεοελληνικές διαμόρφωσης και σχετίζονται άμεσα είτε έμμεσα με την ανάπτυξη των καινούργιων, των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων, σχετίζονται δηλαδή με τη γέννηση , την ανάπτυξη, τη διαμόρφωση της αστικής νεοελληνικής συνείδησης και συγκρότησης. Από αυτή βασικά την εθνική μας ιστορία – που παραμόρφωσε και διαστρέβλωσε η αστοτσιφλικάδικη μεγαλοϊδεάτικη ιδεολογία – αντλούμε εμείς και την πίστη για τη δημιουργικότητα, τη ζωντάνια, το μέλλον, την αναγέννηση και την πρόοδο του έθνους μας, και όχι από τη σύνδεση και αναγωγή του στην κοινωνία των δούλων της Αρχαίας Ελλάδας και των δουλοπάροικων του Βυζαντίου.

Δ) Να αποδείξουμε μέσα στη σύγχρονη νεοελληνική ζωή , πράξη και πάλη ότι η ιδεολογία του δυτικοευρωπαϊκού σοσιαλισμού, που πάει να δώσει καινούργια ιδεολογική βάση για το ξεπούλημα της χώρας στο δυτικό ιμπεριαλισμό, αποτελεί ουσιαστικά «σοσιαλιστικό» παρακλάδι της «Μεγάλης Ιδέας».

Ε) Να απογυμνώσουμε το αντεπαναστατικό πραχτορείο του τροτσκισμού που αποβλέπει να διασπάσει τις δυνάμεις της εργατικής πρωτοπορίας στο λαϊκοδημοκρατικό κίνημα και έτσι να το εξασθενήσει προς όφελος της ντόπιας και ξένης αντίδρασης. Αυτό, που η θεωρία του δυτικού σοσιαλισμού επιδιώκει από τα δεξιά, ο τροτσκισμός το συμπληρώνει από τα «αριστερά» μέσα στο κίνημα της λαϊκής δημοκρατίας.

Ο στρατευμένος μαρξισμός – λενινισμός στην Ελλάδα φέρει στις πλάτες του τις πιο βαριές ευθύνες για την υπόσταση και το μέλλον του έθνους. Δε θέλουμε μηχανική – στείρα – άγονη – αρνητική – δογματική μεταφορά απόξω. Χρέος μας είναι, εξοπλισμένοι με τη θεωρία και τη μέθοδο των Μαρξ – Ένγκελς – Λένιν – Στάλιν, με το ιδεολογικό οπλοστάσιο του μαρξισμού – λενινισμού σταλινισμού, να μελετάμε και να ανατέμνουμε την ελληνική ζωή και πραγματικότητα με τις κάθε φορά μεταβολές και εξελίξεις της, να αναλύουμε και γνωρίζουμε τις νεοελληνικές, ντόπιες ιδιοτυπίες και ιδιομορφίες, να φωτίζουμε τον ελληνικό δρόμο πορείας προς τη λαϊκή δημοκρατία και το σοσιαλισμό – κομμουνισμό, δρόμο που στη μορφή του θα είναι ελληνικός – εθνικός και στο περιεχόμενό του λαϊκοδημοκρατικός – εαμικός – σοσιαλιστικός, κομμάτι της βαλκανικής ευρωπαϊκής και παγκόσμιας πορείας προς τη λαϊκή δημοκρατία και το σοσιαλισμό. Και ακόμα, οργανώνουμε και καθοδηγούμε την πραχτική πολιτική δράση των μαζών για να πραγματοποιήσουν τις μερικές και γενικές οικονομικές και πολιτικές επιδιώξεις τους. Για το στρατευμένο μαρξιστή – λενινιστή δεν υπάρχει χωρισμός, μα ενότητα θεωρία και πράξης. Κάθε χωρισμός εδώ οδηγά αναπόφευχτα στην αποτυχία.

Στην προώθηση του μαρξισμού- λενινισμού στην Ελλάδα η «ΚΟΜ. ΕΠ» στα 25 χρόνια της στάθηκε στην πρώτη γραμμή. Σήμερα πρέπει να συνεχίσει πιο έντονα, πιο θαρραλέα, πιο αποφασιστικά. Βασική της επιδίωξη πρέπει να είναι να δημιουργήσει, να διαμορφώσει, κατά εκατοντάδες και χιλιάδες, πρωτοπόρους σκαπανείς της πιο πρωτοπόρας και μοναδικά επιστημονικής ιδεολογίας που γνώρισε μέχρι σήμερα η ανθρωπότητα, του μαρξισμού – λενινισμού – σταλινισμού.