Δαχτυλογραφήσαμε και δημοσιεύουμε τη νουβέλα του Στέφαν Τσβάιχ (1881- 1942) «Επεισόδιο στη λίμνη της Γενεύης» από το βιβλίο Αμόκ και άλλες νουβέλεςτων εκδόσεων Άγρα (2014). Η ιστορία του Ρώσου λιποτάκτη πολέμου που πραγματεύεται το κείμενο και το τέλος του μέσα στην καταθλιπτική ατμόσφαιρα των αδιεξόδων και των απαγορεύσεων ξαναθέτουν για άλλη μια φορά το ερώτημα: Γιατί οι πόλεμοι;

Η μετάφραση έγινε από την Μαρία Αγγελίδου.

***

Ἐπεισόδιο στὴ Λίμνη τῆς Γενεύης

ΣΤΙΣ ΟΧΘΕΣ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ ΤΗΣ ΓΕΝΕΥΗΣ, κοντά στο μικρὸ ἐλβετικὸ χωριὸ Βιλνέβ, μιὰ καλοκαιρινὴ νύχτα τοῦ 1918, ἕνας ψαρὰς ποὺ εἶχε ξανοιχτεῖ μὲ τὴ βάρκα του ἀντιλήφθηκε κάτι παράξενο στὸ νερὸ καὶ πλησιάζοντας εἶδε μία σχεδία φτιαγμένη πρόχειρα καὶ πάνω της ἕναν ἄντρα γυμνὸ ποὺ προσπαθοῦσε μ’ ἕνα σανίδι νὰ τραβήξει ἀδέξια κουπί. Σαστισμένος ζύγωσε ὁ ψαράς, μάζεψε τὸν ναυαγὸ στὴ βάρκα του, τοῦ ᾽δωσε ἕνα δίχτυ νὰ σκεπάσει ὅπως ὅπως τὴ γύμνια του κι ύστερα δοκίμασε νὰ μιλήσει μὲ τὸν ἄνθρωπο πού, τρέμοντας ἀπὸ τὸ κρύο, εἶχε ζαρώσει τρομαγμένος στὴν ἄκρη τοῦ πλεούμενου. Μὰ ὁ ναυαγὸς τοῦ ἀπαντοῦσε σὲ μιὰν ἄγνωστη γλώσσα, ποὺ οὔτε μία της λέξη δὲν ἔμοιαζε μὲ τὴ δική του. Σύντομα, λοιπόν, ἐγκατέλειψε ὁ ψαρὰς τὴν προσπάθεια νὰ καταλάβει, μάζεψε τὰ δίχτυα του καὶ τραβώντας γρήγορα κουπί, κατευθύνθηκε πρὸς τὴ στεριά.

Κι ὅπως χάραζε σιγὰ σιγὰ ἡ μέρα κι ἡ ὄχθη διαγράφτηκε στὸ φῶς τῆς αὐγῆς, φάνηκε καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ γυμνοῦ ἀνθρώπου. Ένα γέλιο παιδικό ξέφυγε ἀπὸ τὸ πλατύ του στόμα, ποὺ χανόταν σχεδόν μέσα στὰ πυκνὰ μαῦρα γένια του, τὸ ἕνα χέρι σηκώθηκε κι ἔδειξε τὴ στεριά, ἀπὸ τὰ χείλια του έβγαινε ξανὰ καὶ ξανά μία λέξη, κάτι σαν «Ροσίγια», στὴν ἀρχὴ ρωτώντας, μετὰ μὲ συγουριά που ακουγόταν ὅλο καὶ πιο χαρούμενη, ὅσο ή βάρκα πλησίαζε στην ὄχθη. Ἐπιτέλους σύρθηκε ἡ καρίνα τους στὰ χαλίκια. Οι γυναῖκες ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ ψαρᾶ, ποὺ περίμεναν να παραλάβουν τὴν ψαριά, εἶδαν τὸν γυμνὸ ἄντρα τὸν τυλιγμένο στὸ δίχτυ καὶ σκόρπισαν τρομαγμένες, ὅπως κάποτε οι δοῦλες τῆς Ναυσικῆς. Ἀλλὰ τραβηγμένοι ἀπὸ τὴν ἀναπάντεχη εἴδηση, οἱ ἄντρες μαζεύτηκαν στὴν ὄχθη. Καὶ πολὺ γρήγορα ἐμφανίστηκε κι ὁ παλιὸς λοχίας τοῦ χωριοῦ, σὰν ἄνθρωπος σίγουρος γιὰ τὴν ἁρμοδιότητά του καὶ ἔτοιμος ν’ ἀναλάβει τὴν κατάσταση στὰ χέρια του. Χάρη στὴν ἐκπαίδευσή του καὶ στὴν πλούσια πείρα του ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ πολέμου, κατάλαβε ἀμέσως ὅτι ὁ ναυαγὸς πρέπει νὰ ‘ταν λιποτάκτης ποὺ τό ‘χε σκάσει κολυμπώντας ἀπὸ τὴ γαλλικὴ πλευρὰ τῆς λίμνης – κι ἑτοιμάστηκε νὰ τὸν ἀνακρίνει ἐπὶ τόπου. Ἀλλὰ οἱ προσπάθειές του κινδύνεψαν να χάσουν τὴ σοβαρότητα καὶ τὴν ἀξία τους, ἐξαιτίας τοῦ ὅτι ο γυμνὸς (στὸν ὁποῖον κάποιοι εἶχαν πιὰ δώσει ένα σακάκι κι ἕνα ντρίλινο παντελόνι) ἀπαντοῦσε σὲ ὅλες τὶς ἐρωτήσεις μὲ μία δική του ἐρώτηση, τὴν ἴδια πάντα, ὅλο καὶ πιὸ ἀβέβαιη, ὅλο καὶ πιὸ ἀνήσυχη: «Ροσίγια; Ροσίγια;» Έκνευρισμένος μὲ τὴν ἀποτυχία του, ὁ λοχίας διέταξε μὲ εύγλωττες χειρονομίες τὸν ξένο νὰ τὸν ἀκολουθήσει. Καὶ μὲ συνοδεία τὰ πιτσιρίκια τοῦ χωριοῦ, ποὺ εἶχαν στὸ μεταξὺ ξυπνήσει, ὁ βρεγμένος ξυπόλυτος ἄντρας ὁδηγήθηκε στὸ γραφεῖο τῆς Κοινότητας καὶ τέθηκε υπό κράτηση. Δεν πρόβαλε τὴν παραμικρὴ ἀντίσταση, δὲν ἔβγαλε άχνα, μόνο τὰ γαλανά του μάτια τὰ σκοτείνιασε ἡ ἀπογοήτευση καὶ οἱ γεροδεμένοι ώμοι του ζάρωσαν, σὰν νὰ θελαν νὰ φυλαχτούν ἀπὸ δυνατὸ χτύπημα.

Τὸ νέο τοῦ ναυαγοῦ, τὸν ὁποῖο εἶχε βγάλει ἀπὸ τὴ λίμνη ὁ ψαράς, μαθεύτηκε καὶ στὰ κοντινὰ ξενοδοχεία. Κι ἐλπίζοντας σ’ ἕνα διασκεδαστικὸ ἐπεισόδιο, ποὺ θὰ ἔσπαγε κάπως τὴ μονοτονία τῆς μέρας τους, ἦρθαν κάποιοι ἀπὸ τοὺς ἐνοίκους τους νὰ δοῦν ἀπὸ κοντὰ τὸν «ἄγριο». Μιὰ κυρία τοῦ πρόσφερε ἕνα ζαχαρωτό, ποὺ ἐκεῖνος καχύποπτος σαν πίθηκος οὔτε ποὺ τ’ ἄγγιξε. Ἕνας κύριος τὸν ἔβγαλε φωτογραφία. Οἱ μαζεμένοι φλυαροῦσαν καὶ κουβέντιαζαν μεταξύ τους, ὥσπου μὲ τὰ πολλὰ ὁ διευθυντὴς μιᾶς μεγάλης πανσιόν, ποὺ εἶχε ζήσει χρόνια στὸ ἐξωτερικὸ καὶ ἤξερε κάμποσες γλῶσσες, μίλησε στὸν φοβισμένο πιὰ ἄντρα μὲ τὴ σειρὰ στὰ γερμανικά, στὰ ἰταλικά, στὰ ἀγγλικὰ καὶ τέλος στὰ ρώσικα. Στὸ ἄκουσμα τῆς πρώτης λέξης στὴ γλώσσα του, ὁ τρομαγμένος ἀνασήκωσε τὸ κεφάλι, ἕνα πλατύ χαμόγελο φώτισε τὸ πρόσωπό του ἀπὸ τὸ ἕνα αὐτὶ ὡς τὸ ἄλλο, κι εὐθὺς βάλθηκε νὰ διηγεῖται μὲ σιγουριὰ καὶ προθυμία ὅλη τὴν ἱστορία του ποὺ ἦταν πολύ μακριὰ καὶ πολὺ μπερδεμένη. Πολλὲς ἀπὸ τὶς λεπτομέρειές της ξεπερνοῦσαν τὶς ἱκανότητες τοῦ κατὰ τύχη διερμηνέα. Σὲ γενικὲς γραμμές, ὡστόσο, ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ἡ παρακάτω: Είχε πολεμήσει στὴ Ρωσία. Καὶ μιὰ μέρα τὸν εἶχαν φορτώσει μαζὶ μὲ χιλιάδες ἄλλους σὲ φορτηγὰ καὶ τοὺς εἶχαν μεταφέρει μακριά, τοὺς εἶχαν ἀνεβάσει σὲ καράβια καὶ τοὺς εἶχαν πάει ἀκόμα πιο μακριά, σὲ μέρη ὅπου ἔκανε τόση ζέστη ὥστε (ὅπως τὸ εἶπε) ἔνιωθες τὰ κόκαλά σου νὰ ψήνονται μέσα στὸ κρέας σου. Τελικὰ ἔφτασαν κάπου, τοὺς φόρτωσαν ξανὰ σὲ φορτηγὰ καὶ μετὰ τοὺς πρόσταξαν νὰ κάνουν ἐπίθεση σ’ ἕναν λόφο – γιὰ τὸν ὁποῖο δὲν ἤξερε καὶ πολλά, μιᾶς κι ἀμέσως σχεδὸν τὸν χτύπησε σφαίρα στο πόδι. Οἱ παρευρισκόμενοι, γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ διερμηνέας μετέφραζε ἐρωτήσεις κι ἀπαντήσεις μὲ τὴ σειρά, κατάλαβαν ἀμέσως ὅτι αὐτὸς ὁ φυγὰς ἦταν στρατιώτης στις ρωσικὲς μεραρχίες, σ’ αὐτὲς ποὺ εἶχαν σταλεῖ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ κόσμου, ἀπὸ τὴ Σιβηρία καὶ τὸ Βλαδιβοστόκ στὸ γαλλικό μέτωπο. Κι ἡ συμπόνια γιὰ τὴν τύχη του δὲν τοὺς ἐμπόδισε νὰ νιώσουν καὶ περιέργεια γιὰ τοὺς λόγους ποὺ τὸν ἔσπρωξαν νὰ ἐπιχειρήσει αὐτὴ τὴν παράξενη φυγή. Μ’ ἕνα χαμόγελο, μισὸ καλόβολο μισὸ πονηρό, ὁ Ρῶσος τοὺς ἀφηγήθηκε πρόθυμα τὴν ἱστορία του: μόλις έγινε καλὰ τὸ πόδι του, ἀμέσως ρώτησε τοὺς νοσοκόμους πρὸς τὰ ποῦ ἔπεφτε ἡ Ρωσία· τοῦ ἔδειξαν τὴν κατεύθυνση κα ἐκεῖνος τὴ χάραξε στο μυαλό του προσέχοντας τὴ θέση τοῦ ἥλιον καὶ τῶν ἀστεριῶν. Μετὰ ἔφυγε κρυφά, τό ‘σκασε. Γιὰ νὰ μὴν τὸν πιάσουν οἱ περίπολοι, περπατοῦσε τὶς νὺχτες, ἐνῶ τις μέρες κρυβόταν μέσα στὶς θημωνιές. Τὴν πείνα του τὴ χόρταινε μαζεύοντας φροῦτα καὶ ζητιανεύοντας ψωμί. Δέκα μέρες προχωροῦσε μέχρι ποὺ τελικὰ ἔφτασε σ’ ἐτούτη ἐδῶ τὴ λίμνη. Στὸ σημεῖο αὐτὸ οἱ ἐξηγήσεις του ἄρχισαν νὰ μπερδεύονται. Φαίνεται πως γεννημένος κοντὰ στὴ λίμνη Βαϊκάλη, πίστεψε πὼς στὴν ἄλλη ὄχθη ἐτούτης τῆς λίμνης βρισκόταν ἡ Ρωσία. Το σίγουρο εἶναι πως ἔκλεψε δύο σανίδια ἀπὸ μία καλύβα καὶ ξαπλωμένος πάνω της μὲ τὴν κοιλιά, βάλθηκε νὰ τραβάει κουπὶ μ᾽ ἕνα τρίτο σανίδι γιὰ νὰ βγεῖ στ’ ἀνοιχτά. Ἐκεῖ τὸν βρῆκε ὁ ψαράς. Ἡ φοβισμένη ἐρώτηση μὲ τὴν ὁποία τελείωσε τὴν μπερδεμένη του ἐξιστόρηση, ἂν δηλαδὴ τὴν ἑπόμενη κιόλας μέρα θα μποροῦσε νὰ πάει σπίτι του, προκάλεσε (ἀμέσως μόλις μεταφράστηκε) τρανταχτὰ γέλια μὲ τὴν ἀφέλειά της. Αλλά γρήγορα τὰ γέλια ἔσβησαν ἀφήνοντας στὴ θέση τους συγκίνηση καὶ συμπόνια. Κι ὅλοι ἔδωσαν, ἄλλος κέρματα, ἄλλος χαρτονόμισμα, στὸν ἀνήσυχο στενοχωρημένο ἄνθρωπο.

Στὸ μεταξὺ εἶχε εἰδοποιηθεῖ τηλεφωνικὰ καὶ ἡ ἀστυνομία στὸ Μοντραὶ κι εἶχε φτάσει κι ἕνας ἀξιωματικός, που κατέγραψε τὸ περιστατικὸ στὸ πρωτόκολλο – ὄχι χωρίς μεγάλες δυσκολίες. Γιατὶ δὲν ἦταν μόνο ἡ κατὰ προσέγγιση διερμηνεία ποὺ ἀποδείχτηκε ἀνεπαρκής – ἦταν κι ἢ πρωτοφανής, ἡ ἀδιανόητη γιὰ Δυτικοευρωπαίους ἀμορφωσιὰ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου: οἱ γνώσεις του γιὰ τὸν ἑαυτό του μετὰ βίας ἔφταναν γιὰ νὰ δηλώσει τὸ ὄνομά του. Μπόρις τὸν ἔλεγαν. Γιὰ τὸ χωριὸ καὶ γιὰ τὴν πατρίδα του λίγες μόνο και ἀσαφεῖς πληροφορίες μποροῦσε νὰ δώσει πως ἦταν μουζίκοι τοῦ πρίγκιπα Μετσέρσκι (αὐτὴ τὴ λέξη χρησιμοποίησε, «μουζίκοι», δουλοπάροικοι δηλαδή, κι ἂς εἶχε καταργηθεῖ ἡ λέξη αὐτὴ ἐδῶ καὶ μισὸν αἰώνα) καὶ πὼς ζοῦσε πενήντα βέρστια μακριὰ ἀπὸ τὴ μεγάλη λίμνη, μὲ τὴ γυναίκα του καὶ τὰ τρία του παιδιά. Βάλθηκαν τότε οι παρευρισκόμενοι νὰ συζητοῦν τὴν περίπτωσή του καὶ νὰ διαφωνοῦν πάνω ἀπὸ τὸ σκυμμένο κεφάλι του γιὰ τὸ τί ἔπρεπε να κα νουν: Ἄλλοι ἔλεγαν νὰ τὸν παραδώσουν στη ρωσική πρεσβεία στὴ Βέρνη, ἄλλοι φοβοῦνταν πως ἔτσι ο ἄνθρωπος θα κατέληγε ξανὰ στὴ Γαλλία. Ὁ ἀστυνόμος τους ἐξήγησε τη δύσκολη διαφορὰ – δὲν ἤξερε οὔτε ὁ ἴδιος ἂν ἔπρεπε να τον χαρακτηρίσει λιποτάκτη ἢ ξένο χωρίς χαρτιά. Ο γραμματέας τῆς Κοινότητας ἀπέκλεισε ἐξ ἀρχῆς τὴν περίπτωση νὰ τοῦ προσφέρουν ἐκεῖ τροφὴ καὶ στέγη. Ἕνας Γάλλος φώναξε φανερὰ νευριασμένος ὅτι δὲν ὑπῆρχε κανένας λόγος νὰ χρονοτριβοῦν μὲ τὸν ἄθλιο λιποτάκτη: ἔπρεπε νὰ τον στείλουν κατευθείαν πίσω ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ εἶχε ἔρθει. Δύο γυναῖκες διαμαρτυρήθηκαν ἔντονα, δὲν ἔφταιγε εἶπαν αὐτὸς γιὰ τὰ βάσανά του, καὶ θά ‘ταν ἔγκλημα νὰ διώξουν έναν δύστυχο φυγάδα ἀπὸ τὸν τόπο τους. Ἡ τυχαία συνάθροιση ἀπειλοῦσε νὰ καταλήξει σὲ πολιτικὸ καβγά, ὅταν αἴφνης βγῆκε μπροστὰ ἕνας μεσόκοπος κύριος, ἕνας Δανός, καὶ δήλωσε ἀποφασιστικὰ ὅτι θ’ ἀναλάμβανε ὁ ἴδιος τὰ ἔξοδα φιλοξενίας αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου γιὰ ὀχτὼ μέρες στὸ διάστημα αὐτὸ θὰ ἔπρεπε οἱ Ἀρχὲς νὰ ἔρθουν σὲ συνεννόηση μὲ τὴν πρεσβεία καὶ νὰ ἀποφασίσουν. Ἡ λύση αὐτὴ ἱκανοποίησε καὶ τοὺς κρατικοὺς ὑπαλλήλους καὶ τοὺς ἁπλοὺς πολίτες.

Ὅσην ώρα συνεχιζόταν καὶ φούντωνε ἡ κουβέντα αὐτῇ, ὁ δύστυχος ξένος είχε σηκώσει φοβισμένος τὰ μάτια του καὶ κοίταζε, κυριολεκτικὰ κρεμόταν ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ διερμηνέα, ποὺ ἦταν ὁ μόνος μέσα σὲ ὅλον αὐτὸν τὸν σαματά ἱκανὸς νὰ τοῦ δώσει νὰ καταλάβει ποιά τύχη τὸν περίμενε.

Μουδιασμένος γύριζε πότε πότε καὶ πρὸς τὸ μέρος τοῦ γέρου λοχία, ποὺ ἔδειχνε νὰ ἐκνευρίζεται μὲ τὴν παρουσία του. Κι ἀσυναίσθητα, ὅταν καταλάγιασαν κάπως οι φωνές, ὕψωσε πρὸς τὸ μέρος του τὰ δύο του χέρια ἱκετευτικά, όπως κάνουν οἱ γυναῖκες μπροστὰ στὰ εἰκονίσματα. Ἡ χειρονομία του αὐτή, ἡ παρακλητική του στάση, τοὺς συγκίνησε ὅλους. Ὁ ξενοδόχος-διερμηνέας τὸν πλησίασε μὲ θέρμη καὶ τὸν καθησύχασε, νὰ μὴ φοβᾶται τοῦ εἶπε, δὲν θὰ πάθαινε τίποτα, κανένας δὲν θὰ τὸν πείραζε, θὰ τὸν φρόντιζαν ὅπως ἔπρεπε. Ὁ Ρῶσος ἔκανε νὰ τοῦ φιλήσει τὸ χέρι, μὰ ὁ ἄλλος τὸ τράβηξε, δὲν τὸν ἄφησε. Ὕστερα τοῦ ἔδειξε τὸ διπλανό σπίτι, τὸ πανδοχεῖο τοῦ χωριοῦ ὅπου θὰ ἔβρισκε κρεβάτι καὶ φαγητό, τοῦ εἶπε ἀκόμα μερικὰ καθησυχαστικὰ λόγια, τὸν ἀποχαιρέτησε κι ἔφυγε παίρνοντας τὸ δρόμο γιὰ τὸ ξενοδοχεῖο του.

Ὁ φυγὰς ἔμεινε ἀκίνητος νὰ τὸν κοιτάζει. Κι ὅπως ξεμάκραινε ὁ μόνος ποὺ ἤξερε τὴ γλώσσα του, τὸ πρόσωπό τον σκοτείνιαζε. Μὲ δυστυχισμένο βλέμμα συνέχισε νὰ τὸν παρακολουθεῖ, καθώς προχωροῦσε πρὸς τὸ ξενοδοχείο του, ποὺ βρισκόταν λίγο ψηλότερα στὴν πλαγιά. Κι οὔτε γύριζε να κοιτάξει τοὺς ἄλλους γύρω του, ποὺ ἀποροῦσαν καὶ γελοῦσαν μὲ τὸ ὕφος καὶ τὸ φέρσιμό του. Ὅταν κάποιος τὸν πῆρε συμπονετικὰ ἀπὸ τὸ μπράτσο νὰ τὸν ὁδηγήσει στὸ πανδοχεῖο του, ἔσκυψε τὸ κεφάλι καὶ γέρνοντας τοὺς ὤμους μπῆκε μέσα. Τὸν ἔβαλαν να κάτσει σ’ ἕνα τραπεζάκι, ἡ υπηρέτρια τοῦ ἄφησε γιὰ καλωσόρισμα ἕνα ποτηράκι ρακὶ κι ἐκεῖ στριμωγμένος ἔμεινε ὅλο τὸ πρωί, μὲ χαμηλωμένα μάτια, ἀκίνητος κι ἀμίλητος. Τὰ παιδιὰ τοῦ χωριοῦ ὅλο καὶ περνοῦσαν ἔξω ἀπὸ τὸ παράθυρο καὶ χτυποῦσαν τὸ τζάμι, γελοῦσαν καὶ τοῦ φώναζαν – μὰ ἐκεῖνος δὲν σήκωνε τὸ κεφάλι. Ὅσοι ἔμπαιναν μέσα, τὸν κοίταζαν μὲ περιέργεια. Ἐκεῖνος, ὅμως, εἶχε τὸ βλέμμα καρφωμένο στὸ τραπέζι, τὴν πλάτη σκυφτή, ὅλο ντροπὴ κι ἀμηχανία. Κι ὅταν τὸ μὲσημέρι, τὴν ὥρα τοῦ φαγητοῦ, γέμισε ἡ ταβέρνα τοῦ πανδοχείου μὲ κόσμο ποὺ γελοῦσε καὶ μιλοῦσε, ὅταν γύρω του σηκώθηκαν βουίζοντας ἑκατοντάδες λέξεις ἀκατανόητες γιὰ τὸν ἴδιον, ἔνιωσε τόσο τρομακτικὰ ξένος καὶ βουβὰς καὶ κουφὸς μέσα σὲ ὅλη αὐτὴ τὴ φασαρία, ὥστε τὰ χέρια του ἄρχισαν νὰ τρέμουν κι οὔτε νὰ πιάσει τὸ κουτάλι γιὰ νὰ φάει τὴ σούπα του δὲν μποροῦσε. Ξάφνου ἕνα χοντρὸ δάκρυ κύλησε στὸ μάγουλό του κι ἔπεσε στὸ τραπέζι. Ἀλαφιασμένος κοίταξε γύρω του. Οἱ ἄλλοι τὸ εἶχαν προσέξει καὶ σώπασαν ἀπότομα. Ντροπιάστηκε τότε ἀκόμα πιὸ πολὺ κι ἔσκυψε κι ἄλλο τὸ κεφάλι, βαρύ, ἀναμαλλιάρικο, σὰν νά ‘θελε νὰ τὸ κολλήσει καὶ νὰ κρυφτεῖ στὸ μαῦρο ξύλο τοῦ τραπεζιοῦ.

Ως τὸ ἀπόγευμα ἔμεινε σ’ αὐτὴ τὴ θέση. Ἄνθρωποι ἔμπαιναν κι ἔβγαιναν, ἀλλὰ ἐκεῖνος σὰν νὰ μὴν ἔνιωθε τὴν παρουσία τους, κι ἐκεῖνοι σταμάτησαν νὰ τὸν κοιτάζουν μὲ περιέργεια: Ήταν μία σκιὰ ποὺ καθόταν στὴ σκιὰ τῆς σόμπας, μὲ τὰ χέρια βαριὰ ἀκουμπισμένα στὸ τραπέζι μπροστά του. Τὸν ξέχασαν ὅλοι κι ἔτσι κανεὶς δὲν τὸν εἶδε, ὅταν τὸ σούρουπο σηκώθηκε καὶ μηχανικά, σέρνοντας τὰ βήματά του βαριά, πῆρε τὸν ἀνήφορο πρὸς τὸ ξενοδοχείο. Ἐκεῖ στάθηκε μία ὥρα, μπορεί και δυο, στην πόρτα, με το κασκέτο ταπεινὰ στὰ χέρια, χωρίς να τολμάει να κοιτάξει κανέναν καταπρόσωπο. Ώσπου ένας από τους γκρουμ ἀντιλήφθηκε τὸν παράξενο ἄνθρωπο, που ήταν ασάλευτος σὰν κορμὸς δέντρου μπροστά στην κατάφωτη είσοδο τοῦ ξενοδοχείου, σὰν ριζωμένος στὸ ἔδαφος – και φώναξε τὸν διευθυντή. Τὴν ἴδια στιγμὴ φωτίστηκε ξανά το φωτεινὸ πρόσωπο τοῦ ξένου, ὅταν ἄκουσε να τον χαιρετούν στὴ γλώσσα του.

«Τί θέλεις, Μπόρις;» τὸν ρώτησε μ’ ευγένεια καὶ καλοσύνη ὁ διευθυντής.

« Συμπαθάτε με» τραύλισε ὁ φυγάς. «Ἤθελα να… μόνο νὰ ρωτήσω… ἂν μπορῶ νὰ πάω σπίτι μου».

«Φυσικά, Μπόρις » χαμογέλασε και διευθυντής. «Φυσικά».

«Αύριο;»

Τότε ὁ ἄλλος σοβάρεψε. Τὸ χαμόγελο ἔσβησε ἀπὸ τὸ πρόσωπό του, τόση ἦταν ἡ ἱκεσία στὴ φωνὴ τοῦ δύστυχο Ρώσου.

«Όχι, Μπόρις… όχι αὔριο. Θὰ πᾶς σπίτι σου, ὅταν τελειώσει ὁ πόλεμος».

«Πότε; Πότε θα τελειώσει ὁ πόλεμος;»

«Ὁ Θεός ξέρει. Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι δὲν τὸ ξέρουμε αὐτό».

«Καὶ πρὶν τελειώσει; Πρὶν τελειώσει δὲν μπορῶ νὰ γυρίσω σπίτι μου;»

«Ὄχι, Μπόρις ».

«Τόσο μακριὰ εἶναι;»

«Ναι.»

«Πολλές μέρες δρόμο;»

«Πολλὲς μέρες».

«Ἂς εἶναι μακριά, κύριε! Θὰ πάω, ἀντέχω. Δεν θα κουραστῶ».

«Δὲν μπορεῖς νὰ πᾶς, Μπόρις. Δὲν μπορεῖς νὰ περάσεις. ‘Υπάρχει κι ἄλλο σύνορο στὸ δρόμο».

«Σύνορο;» Ὁ Ρῶσος κοίταξε σὰν χαμένος. Δὲν τὴν ἤξερε τὴ λέξη. «Θὰ τὸ κολυμπήσω» εἶπε, τέλος, μὲ τὸ ἀλλόκοτο ταπεινὸ πεῖσμα του.

Ὁ διευθυντὴς παραλίγο νὰ βάλει τὰ γέλια. Ἀλλὰ λυπήθηκε τὸν δύστυχο καὶ τοῦ ἐξήγησε ὅσο μποροῦσε πιὸ ἁπλά: «Ὄχι, Μπόρις, αὐτὸ δὲν γίνεται. Τὸ σύνορο εἶναι μια ξένη χώρα. Μιὰ ἄλλη χώρα. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ δὲν θὰ σ᾽ ἀφήσουν νὰ περάσεις».

«Μὰ δὲν θὰ τοὺς κάνω τίποτα! Ἀφοῦ τὸ ντουφέκι μου τό ‘χω πετάξει. Γιατί δὲν θὰ μ’ ἀφήσουν νὰ πάω στὴ γυναίκα μου; Θὰ τοὺς παρακαλέσω νὰ μ’ ἀφήσουν, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ…»

Ὁ διευθυντὴς σοβάρεψε κι ἄλλο, ἡ πίκρα σκοτείνιασε τὸ πρόσωπό του. « Δὲν θὰ σ’ ἀφήσουν, Μπόρις » εἶπε. «Οι ἄνθρωποι δὲν νοιάζονται πιὰ οὔτε γιὰ τὸν Χριστὸ οὔτε γιὰ τὴν ἀγάπη του».

«Καὶ τί νὰ κάνω, κύριε; Ἐδῶ δὲν μπορῶ νὰ μείνω! Οἱ ἄνθρωποι δὲν καταλαβαίνουν τί λέω. Οὔτε ἐγὼ καταλάβαίνω τί λένε».

«Θὰ τὴ μάθεις τὴ γλώσσα, Μπόρις».

«Ὄχι, κύριε» έσκυψε ὁ Ρώσος τὸ κεφάλι. «Δὲν μπορῶ νὰ τὴ μάθω. Τίποτα δὲν μπορῶ νὰ μάθω. Μόνο να δουλεύω στὰ χωράφια μπορῶ. Τι θὰ κάνω ἐδῶ; Θέλω να γυρίσω σπίτι μου! Δεῖξε μου τὸ δρόμο!»

«Δὲν ὑπάρχει πιὰ δρόμος, Μπόρις».

« Μὰ δὲν γίνεται, κύριε. Δὲν μποροῦν νὰ μοῦ απαγορεύσουν νὰ γυρίσω στὴ γυναίκα μου καὶ στὰ παιδιά μου! Δὲν μποροῦν! Δὲν εἶμαι πιὰ στρατιώτης!»

«Μποροῦν, κι ὅμως μποροῦν».

«Κι ὁ τσάρος;» ρώτησε ξαφνικὰ ὁ Μπόρις, τρέμοντας σχεδὸν ἀπὸ σέβας καὶ ἐλπίδα.

«Δὲν ὑπάρχει πιὰ τσάρος, Μπόρις. Τὸν ἐκθρόνισαν οἱ ἄνθρωποι».

«Δὲν ὑπάρχει πιὰ τσάρος;» Κοίταξε τὸν διευθυντή ἀνήμπορος νὰ καταλάβει τὰ λόγια ποὺ εἶχε μόλις ἀκούσει. Ἡ μικρὴ σπίθα τῆς τελευταίας ἐλπίδας ἔσβησε στὰ μάτια του. «Δηλαδὴ δὲν μπορῶ νὰ γυρίσω σπίτι μου;» ρώτησε κουρασμένα.

«Ὄχι ἀκόμα. Πρέπει νὰ περιμένεις, Μπόρις».

«Πολύ;»

«Δὲν ξέρω».

Στὴ σκοτεινιὰ τῆς βραδιᾶς τὸ πρόσωπο τοῦ Μπόρις φάνηκε να σκοτεινιάζει κι ἄλλο, κι ἄλλο. «Περίμενα κιόλας παρὰ πολύ! Δὲν μπορῶ νὰ περιμένω ἄλλο. Δεῖξε μου το δρόμο! Θὰ προσπαθήσω».

«Δὲν ὑπάρχει δρόμος, Μπόρις. Στὰ σύνορα θὰ σὲ συλλάβουν. Μεῖνε ἐδῶ καὶ θὰ σοῦ βρῶ δουλειά!»

«Οἱ ἄνθρωποι ἐδῶ δὲν καταλαβαίνουν τί τοὺς λέω. Οὔτε ἐγὼ καταλαβαίνω τί μοῦ λένε» ξανάπε πεισματικά ὁ Ρῶσος. « Δὲν μπορῶ νὰ ζήσω ἐδῶ! Βοήθησέ με, κύριε!»

«Δὲν μπορῶ, Μπόρις.»

«Γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, βοήθησέ με, κύριε! Βοήθησε μὲ γιατὶ δὲν ἀντέχω ἄλλο!»

«Δὲν μπορῶ, Μπόρις. Κανένας δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ βοηθήσει κανέναν».

Στάθηκαν ἀμίλητοι κοιτάζοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Ὁ Μπόρις ἔσφιγγε τὸ κασκέτο του στὰ χέρια. «Γιατί τότε ἦρθαν καὶ μὲ πῆραν ἀπὸ τὸ σπίτι μου; Νὰ πολεμήσω για τὴ Ρωσία καὶ τὸν τσάρο, εἴπανε. Ἡ Ρωσία, ὅμως, εἶναι μακριὰ ἀπὸ δῶ καὶ τὸν τσάρο τὸν τσάρο τὸν… πῶς τὸ εἶπες;»

«Τὸν ἐκθρόνισαν».

«Τὸν ἐκθρόνισαν». Ἐπανέλαβε τὴ λέξη χωρὶς νὰ τὴν καταλαβαίνει. «Τί νὰ κάνω, κύριε ; Πρέπει νὰ γυρίσω σπίτι μου! Τὰ παιδιά μου κλαῖνε, μὲ ζητᾶνε! Δὲν μπορῶ νὰ ζήσω ἐδῶ! Βοήθησέ με, κύριε! Βοήθησέ με!»

«Δὲν μπορῶ, Μπόρις».

«Κανείς; Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ μὲ βοηθήσει;»

«Τώρα κανείς».

Ὁ Ρῶσος ἔσκυψε κι ἄλλο τὸ κεφάλι. Μετὰ εἶπε βραχνά: «Σ’ εὐχαριστῶ, κύριε », ἔκανε μεταβολὴ κι ἔφυγε.

Ἀργὰ ἀργὰ πῆρε τὸ δρόμο πρὸς τὰ κάτω. Ὁ διευθυντής ἔμεινε κάμποσο νὰ τὸν κοιτάζει, κι ἀπόρησε ὅταν εἶδε πὼς δὲν τράβηξε προς το πανδοχείο του χωριού, αλλά άρχισε νὰ κατεβαίνει τὰ σκαλιὰ πρὸς τὴν ὄχθη τῆς λίμνης. Τέλος, ἀναστέναξε καὶ γύρισε στὴ δουλειά του, στο ξενοδοχείο.

Ἡ τύχη τά ‘φερε καὶ ὁ ἴδιος ψαρὰς βρῆκε τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ τὸ γυμνὸ κορμὶ τοῦ πνιγμένου. Εἶχε ἀφήσει διπλωμένα στὴν ὄχθη τὰ ροῦχα ποὺ τοῦ χάρισαν –τὸ παντελόνι, τὸ κασκέτο καὶ τὸ σακάκι– κι εἶχε προχωρήσει μέσα στὸ νερό, εἶχε μπεῖ στὸ νερὸ ὅπως εἶχε βγεῖ ἀπ’ αὐτό. Τὸ συμβὰν καταγράφτηκε. Κι ἐπειδὴ τὸ ὄνομα τοῦ ξένου ἦταν ἄγνωστο, ἔβαλαν στὸ μνῆμα του ἕναν φτηνό ξύλινο σταυρό, ἕναν ἀπὸ τοὺς ξύλινους ἀνώνυμους σταυροὺς μὲ τοὺς ὁποίους εἶναι στρωμένη πιὰ ἡ Εὐρώπη μας, ἀπὸ τὴ μία ὡς τὴν άλλη της άκρη. –