Ο Ηλίας Βενέζης το 1925

Το Νούμερο 31328 του Ηλία Βενέζη εκδόθηκε το 1931 και περιγράφει τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης στα τάγματα εργασίας των Τούρκων μετά την κατάρρευση της μικρασιατικής εκστρατείας. Ο συγγραφέας ήταν δεκαοκτώ χρονών όταν βρέθηκε μέσα στη φρίκη της αιχμαλωσίας. Το συγκεκριμένο έργο οι εθνικιστικοί κύκλοι το έβαλαν στις κοπτοραπτικές μηχανές του σωβινιστικού εργοστασίου και προσπάθησαν να το χρησιμοποιήσουν στην υπηρεσία του μίσους και της εχθρότητας. Όμως το συνολικό έργο του Η. Βενέζη δεν αφήνει περιθώρια για εκμετάλλευση από όσους δεν θέλουν να ζουν οι λαοί της περιοχής ειρηνικά. Η συγγραφική του πένα ήταν προέκταση της φωνής όλων εκείνων που καταστράφηκαν από τους πολέμους, τον ξεριζωμό, τη βία. Η σταθερή του στάση υπέρ της ειρήνης και της φιλίας των λαών αποσιωπάται αρκετά συχνά στρεβλώνοντας το συγγραφικό του έργο.

Για το Νούμερο 31328 θα βάλουμε να μιλήσει ο ίδιος ο Η. Βενέζης. Είκοσι χρόνια μετά τη συγγραφή του και δεκατέσσερα χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, την ταραγμένη χρονιά του 1945, έγραψε ο ίδιος την εισαγωγή στην δεύτερη έκδοση. Μία ανθρώπινη κραυγή ενάντια στον πόλεμο.

Θα συμφωνήσουμε με τον Σωτήρη Μετεβελή που γράφει στο επίμετρο της μονοτονικής έκδοσης από την Εστία (2017): «Έχοντας ζήσει από πρώτο χέρι τις οδυνηρές συνέπειες του άκρατου εθνικισμού, ο Βενέζης αποτυπώνει στο χαρτί το συγκλονιστικό βίωμα του όχι απλώς για να το διασώσει από τη λήθη αλλά και για να αποτελέσει παράδειγμα προς αποφυγή για τις επόμενες γενιές. Η φιλειρηνική προσέγγιση του αποτελεί στάση ζωής και συνοψίζεται στα παρακάτω λόγια του από την Εφταλού: Δείχνω στο παιδί μου τις φωτογραφίες, προσπαθώ να του εξηγήσω. Προσπαθώ τουλάχιστον να του μάθω ένα πράγμα: να μη διδαχθούν τίποτα απ΄τον καιρό των γονιών τους, να μη θελήσουν να τον μιμηθούν σε τίποτα. Ο καιρός των δύο παγκοσμίων πολέμων, των κρεματορίων και του ξεριζώματος ολόκληρων λαών, ας μείνει ανεπανάληπτος στην ιστορία – μαύρη σελίδα της.

Με αμέτρητες συγκρούσεις να μαίνονται σήμερα στον πλανήτη και ένα νέο κύμα προσφύγων να συρρέει και πάλι από την Ανατολή -σαν ένα καπρίτσιο της Ιστορίας- στα ίδια νησιά του Αιγαίου όπως τότε, η ευχή του Βενέζη δεν φαίνεται να ευοδώθηκε γι΄αυτόν ακριβώς το λόγο, όμως, μοιάζει πιο επίκαιρη από ποτέ».

Ηλία Βενέζη ως άνθρωποι που αγωνιζόμαστε για την παγκόσμια ειρήνη και το τέλος της ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας σε ευχαριστούμε για το έργο που μας άφησες και φέγγει το διάβα μας…

Γ. Σεραφίνος

***

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ

Το βιβλίο τούτο είναι γραμμένο με αίμα. Ένας κριτικός του σημείωνε κάποτε για το ύφος του: «Έχει κάτι απ’ τη φονική λαμπρότητα των πολεμικών όπλων, τη φονική λαμπρότητα του αδυσώπητου φωτός». Αλλά εγώ δε μιλώ για το ύφος. Λέω για την καυτή ύλη, για τη σάρκα που στάζει το αίμα της και πλημμυρίζει τις σελίδες του. Για την ανθρώπινη καρδιά που σπαράζει, όχι για την ψυχή. Εδώ μέσα δεν υπάρχει ψυχή, δεν υπάρχει περιθώριο για ταξίδι σε χώρους της μεταφυσικής. Όταν καίγεται έτσι που καίγεται εδώ, με πυρωμένο σίδερο η σάρκα, παντοδύναμη θεότητα υψώνεται αυτή, κι όλα τ’ άλλα σωπαίνουν. Έχουν να λένε πως κανένας πόνος δεν μπορεί να είναι ισοδύναμος με τον ηθικό πόνο. Αυτά τα λένε οι σοφοί και τα βιβλία. Όμως, αν βγεις στα τρίστρατα και ρωτήσεις τους μάρτυρες, αυτούς που τα κορμιά τους βασανίστηκαν ενώ πάνω τους σαλάγιζε ο θάνατος —και είναι τόσο εύκολο να τους βρεις, η εποχή μας φρόντισε και γέμισε τον κόσμο— αν τους ρωτήσεις, θα μάθεις πως τίποτα, τίποτα δεν υπάρχει πιο βαθύ και πιο ιερό από ένα σώμα που βασανίζεται. Το βιβλίο τούτο είναι ένα αφιέρωμα σ’ αυτό τον πόνο.

Πάνε είκοσι ένα χρόνια από το 1924 που έγραψα στην πρώτη του μορφή, γυρίζοντας, παιδί, απ’ τα κάτεργα της Ανατολής, το χρονικό τούτο. Το ξαναδούλεψα στο 1931 όταν βγήκε σε βιβλίο. Από τότε δεν το είχα πιάσει στα χέρια μου. Με είχε πολύ βασανίσει όταν το έγραφα, με είχε αναστατώσει το επίμονο στριφογύρισμα στην πυκνή και φοβερή ύλη της πικρής αυτής ζωής που έπρεπε να πάρει έκφραση. Είχα τότε περάσει πολλές νύχτες που, κυνηγημένος απ’ τους εφιάλτες και τις αναμνήσεις, δεν μπορούσα να βρω καταφύγιο μήτε στον ύπνο. Γι’ αυτό, όταν βγήκε πια σε βιβλίο «Το Νούμερο 31328», δεν τολμούσα, δεν ήθελα να το ξαναδώ — τελοσπάντων η ζωή, όταν είσαι γερός και είσαι νέος, έχει τόση δύναμη, σου το επιβάλλει να θέλεις να ξεχνάς.

Η ανάγκη να ξαναγυρίσω στις σελίδες του «Νούμερου 31328», να κάμω να ξυπνήσουν πάλι μέσα μου οι δοκιμασίες των πρώτων νεανικών μου χρόνων ήρθε με τις νέες δοκιμασίες μας, με τη συμφορά της πατρίδας μου. Αντίμαχες δυνάμεις με είχαν κυβερνήσει τον καιρό της κατοχής. Ένα διάστημα ήταν η ανάγκη να ξαναζήσει μες στη φουρτούνα του πολέμου και την οδύνη η εποχή της γαλήνης, να θυμηθείς πως κάποτε υπήρχαν οι άνθρωποι, υπήρχαν οι γενναίες πράξεις, το αίσθημα και η καλοσύνη στη γη. Από μια τέτοια ανάγκη βγήκε το απλό βιβλίο των καλών ανθρώπων, η «Αιολική Γη». Η αντίμαχη ακριβώς δύναμη που ήρθε έπειτα ήταν εκείνη που, όταν υποφέρνεις, σε σπρώχνει να μασάς και να ξαναμασάς τον πόνο, ίσως γιατί, μη έχοντας διέξοδο για τη χαρά, πρέπει να ισοφαρίσεις τη στέρησή της με τον πιο κορυφαίο τόνο της λύπης. Έτσι, ευθύς έπειτα από την «Αιολική Γη» ξαναγύρισα στο βιβλίο τούτο, το έζησα, το ξανάζησα δουλεύοντάς το επίμονα τρεις φορές χωρίς να πειράξω τον τραχύ χαρακτήρα του. Και είδα τότε μες στη φοβερή άνοιξη και στο καλοκαίρι του 1944 πόσο «Το Νούμερο 31328», γραμμένο έπειτα από ένα μεγάλο πόλεμο, πόσο είχε συγγένεια αίματος, συγγένεια «ύφους», είκοσι χρόνια αργότερα, με τις μέρες του νέου μεγάλου πολέμου.

Έτσι το βιβλίο τούτο —χρονικό μιας βασανισμένης στιγμής της Ελλάδας από τις τόσες— απαγορεμένο χρόνια τώρα απ’ τις λογοκρισίες, έχει το θλιβερό προνόμιο, όπως βγήκε για πρώτη φορά σε μια ώρα παγκόσμιου πένθους, να ξαναβγαίνει τώρα στο τέλος ενός άλλου πολέμου, όταν πάλι το πένθος σκεπάζει τις ρημαγμένες εστίες και τους τάφους των παιδιών, των γυναικών, των γερόντων και της νιότης του κόσμου. Και όπως τότε, πριν από είκοσι ένα χρόνια, «Το Νούμερο 31328» ήταν η διαμαρτυρία ενός παιδιού εναντίον του πολέμου, μένει πάλι, τώρα, η διαμαρτυρία ενός ανθρώπου.

Καλοκαίρι του 1945

Η.Β.

Διαβάστε ακόμα: